WHISKY PLANET

Αρθρογράφος: Rob Allanson

ΣΚΩΤΙΑ


Τα αποστακτήρια της Σκωτίας έχουν αλλάξει πολύ από τότε που το Whisky Magazine ξεκίνησε να ενημερώνει τους αναγνώστες του για τα καλύτερα ουίσκι. Κοιτώντας τα παλιότερα tastings, διαπιστώνει κανείς ότι κάποια αποστακτήρια κατόρθωσαν να κυριαρχήσουν σε ορισμένα στυλ, ενώ άλλα απλώς έκλεισαν. Ας πάρουμε για παράδειγμα την ιστορία του αποστακτηρίου Tullibardine. Τα σχόλια των γευσιγνωστών έδωσαν μιαν ανάσα στα βάσανα του μικρού αυτού αποστακτηρίου και το γλύτωσαν από το λουκέτο. Για τους πιο τολμηρούς, η Σκωτία προσφέρει ευρεία γκάμα γεύσεων και στυλ: από τα ευγενικά και λουλουδάτα, στα πικάντικα και πικρίζοντα, με όλες τις ενδιάμεσες γευστικές διακυμάνσεις. Η Σκωτία χωρίζεται σε έξι βασικές περιοχές παραγωγής ουίσκι: τα Highlands, τα νησιά (Islands), τα Lowlands, το Islay, το Campbeltown και το Speyside. Κάθε single malt συνδέεται στενά με την περιοχή απ’ όπου παράγεται, γιατί όπως και στο κρασί, το έδαφος επηρεάζει το στυλ και τα αρώματα. Ορισμένοι γευσιγνώστες λένε ότι μερικά ουίσκι μάς προσφέρουν στο ποτήρι τη γεύση του τόπου παραγωγής. Σε γενικές γραμμές, τα ουίσκι από το Islay έχουν έντονα φαινολικά αρώματα και πικρή, τυρφώδη γεύση. Τα νησιωτικά ουίσκι έχουν νότες καπνού και αλμύρας. Τα Highland malt έχουν πλούσια γεύση και βυνώδη χαρακτήρα. Τα Speysiders είναι γλυκά και φρουτώδη. Τα ουίσκι των Lowlands είναι πιο ήπια και λουλουδάτα, ενώ εκείνα από το Campbeltown είναι σύνθετα, με γεύση άλμης, τύρφης και φρούτων. Όμως, όλοι οι κανόνες έχουν εξαιρέσεις. Τα αποστακτήρια Benriach και Glen Garioch στο Speyside παράγουν αμφότερα εξαιρετικά τυρφώδη ουίσκι, ενώ τα αποστακτήρια Bunnahabhain και Bruichladdich στο Islay παράγουν ελάχιστα τυρφώδη ουίσκι. Όλα αυτά προσθέτουν στην πολύπλοκη γεύση των single malt. Τα σκωτσέζικα blends παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην ανάδειξη των πιο καθαρόαιμων συγγενών τους των single malt. Οι master blender της Σκωτίας είναι πρωτοπόροι στο πάντρεμα διαφορετικών ουίσκι με ραχοκοκαλιά δημητριακών, δηλαδή στην ανάμειξη single malt για την παραγωγή vatted ή blended malt. Η ιδέα ήταν πολύ απλή: θέλησαν να δημιουργήσουν ένα ποτό που θα ήταν πιο ελαφρύ, ώστε να έχει μεγάλη απήχηση στην αγορά. Για τους περισσότερους λάτρεις του ουίσκι, αυτά τα blend σημαίνουν μια συμφωνία γεύσεων, ενώ ορισμένοι λένε πως προσφέρουν μεγαλύτερη πολυπλοκότητα από τα single malt.

info
Το Speyside έχει τη μεγαλύτερη συγκέντρωση αποστακτηρίων για malt ουίσκι στη Σκωτία και σε όλο τον κόσμο. Το σκωτσέζικο ουίσκι ωριμάζει σε μεταχειρισμένα βαρέλια, φτιαγμένα είτε από αμερικανική λευκή δρυ, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί για την ωρίμανση μπέρμπον, είτε από ευρωπαϊκή δρυ, στα οποία προηγουμένως ωρίμαζε σέρι. Το αποστακτήριο Dalwhinnie βρίσκεται στο σημείο όπου συναντιόνταν τα μονοπάτια των οδηγών κοπαδιών. Είναι το μόνο αποστακτήριο που βρίσκεται σε τόσο μεγάλο υψόμετρο και σε τόσο ψυχρό κλίμα. Το αποστακτήριο Highland Park στο νησί Orkney κατέχει, μαζί με το Old Pulteney, τον τίτλο του βορειότερου αποστακτηρίου της ενδοχώρας. Στα περίχωρα της Γλασκόβης λειτουργούσαν κάποτε περίπου 20 αποστακτήρια, εκ των οποίων μόνο το Auchentoshan υπάρχει σήμερα. Η περιοχή του Campbeltown είχε την ίδια τύχη, αλλά τώρα αναζωντανεύει, καθώς το πιο πρόσφατο αποστακτήριο Kilkerran ενηλικιώνεται.

 

ΑΜΕΡΙΚΗ
Από τα tastings των αμερικανικών ουίσκι αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς ότι το αμερικανικό πνεύμα ξαναγεννιέται. Το ευχάριστο είναι πως τα ουίσκι σίκαλης είναι και πάλι στις δόξες τους. Μάρκες όπως Thomas Handy, Sazerac και Jim Beam έχουν γίνει ιδιαίτερα προσφιλείς στους μπάρμαν, ενώ μικρότερες εταιρείες, όπως η Michter’s και η Templeton Rye ηγούνται της αναβίωσης της απόλαυσης σε αυτή την κατηγορία ουίσκι. Το ουίσκι το έφεραν στην αμερικανική ήπειρο οι μετανάστες από την Ιρλανδία και τη Σκωτία, οι οποίοι, προσπαθώντας να προσαρμοστούν στη νέα τους πατρίδα, πειραματίστηκαν αναγκαστικά με νέες πρώτες ύλες. Σήμερα, το αμερικανικό ουίσκι ελάχιστα θυμίζει τα ξαδέλφια του από τη Σκωτία και την Ιρλανδία. Για παράδειγμα, το καλαμπόκι, το κριθάρι ή το σιτάρι που χρησιμοποιούνται στα αμερικανικά ουίσκι δεν ξηραίνονται με τη μέθοδο του καπνίσματος. Για το λόγο αυτόν, τα αμερικανικά ουίσκι έχουν συχνά δυνατότερη, γλυκύτερη και πιο γεμάτη γεύση από τα ευρωπαϊκά. Το Κεντάκι παραμένει η χώρα του μπέρμπον, αφού όλα τα μεγάλα ονόματα, όπως Brown Forman, Heaven Hill, Beam, Wild Turkey και Woodford Reserve, διαθέτουν από ένα αποστακτήριο στην πολιτεία αυτή. Γι’ αυτό, άλλωστε, πολύς κόσμος πιστεύει ότι το μπέρμπον μπορεί να παρασκευαστεί μόνο στο Κεντάκι, ενώ στην πραγματικότητα αυτός ο τύπος ουίσκι μπορεί να παρασκευαστεί σε οποιαδήποτε πολιτεία. Μοναδικές προϋποθέσεις είναι το αποστακτήριο να βρίσκεται στις ΗΠΑ, η περιεκτικότητα σε καλαμπόκι να είναι τουλάχιστον 51% και το απόσταγμα να ωριμάζει για δύο χρόνια τουλάχιστον σε καινούργια, καπνισμένα δρύινα βαρέλια. Νότια του Κεντάκι, στο Τενεσί, ο κολοσσός Jack Daniel’s παραμένει ο παγκόσμιος ηγέτης, ενώ η μικρότερη σε μέγεθος φίρμα George Dickel ακολουθεί κατά πόδας. Στην άλλη μεριά των ΗΠΑ, και συγκεκριμένα στην Καλιφόρνια, η Anchor Distilling ενσαρκώνει τη νέα αμερικανική τάση για μικρά αποστακτήρια. Η εταιρεία παράγει μπέρμπον και ουίσκι σίκαλης σε πολύ μικρές παρτίδες. Το παράδειγμά της ακολουθούν πάμπολα μικρά αποστακτήρια που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια σε όλη την επικράτεια των ΗΠΑ και παρασκευάζουν ποιοτικό ουίσκι. Όπως στη Σκωτία, έτσι και στην Αμερική, πολλά αποστακτήρια επεκτείνονται, προκειμένου να ικανοποιήσουν τη ζήτηση των καταναλωτών, που είναι έτοιμοι να ανακαλύψουν τις χάρες του αμερικανικού ουίσκι.

info Η Maker’s Mark, που ιδρύθηκε το 1840, είναι το παλαιότερο αποστακτήριο της Αμερικής. Η Jim Beam κάνει τις μεγαλύτερες πωλήσεις μπέρμπον. Στο αποστακτήριο Mount Vernon, που άλλοτε ανήκε στον Τζορτζ Ουάσιγκτον, και το οποίο επαναλειτούργησε πέρσι, χρησιμοποιούνται παραδοσιακές μέθοδοι απόσταξης. Το αποστακτήριο Buffalo Trace πήρε το όνομά του από ένα παλιό πέρασμα αγριοβούβαλων. Η Four Roses είναι η μόνη εταιρεία που χρησιμοποιεί πέντε διαφορετικούς τύπους μαγιάς και δύο διαφορετικές συνταγές. Το Woodford Reserve παράγεται με τριπλή απόσταξη μέσα σε άμβυκες που έχουν κατασκευαστεί στο Speyside της Σκωτίας.

 

ΙΑΠΩΝΙΑ


Παρόλο που πολλοί γευσιγνώστες του Whisky Magazine, όπως ο Dave Broom και κυρίως ο Michael Jackson, φώναζαν ότι το ιαπωνικό ουίσκι είναι πολύ ξεχωριστό και έχει πολλά να προσφέρει στους λάτρεις του ποτού, χρειάστηκε να κυκλοφορήσει η ταινία «Χαμένοι στη μετάφραση», το 2003, για να ανακαλύψουν οι οπαδοί του ουίσκι την Άπω Ανατολή. Η ιαπωνική παραδοσιακή μέθοδος παρασκευής ουίσκι οφείλεται σε μια ιστορία αγάπης, που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα, αφού εκτυλίσσεται από το ανενεργό σήμερα αποστακτήριο Hazel-burn στο Campbeltown, έως τους καθαρούς, υψηλής απόδοσης αποστακτήρες του Yamazaki. Πατέρας του ιαπωνικού ουίσκι θεωρείται ο Masataka Taketsuru, του οποίου η αγάπη για το νερό της ζωής ξεκίνησε από τη μαθητεία του στα αποστακτήρια του Spey-side και του Campbeltown. Εκεί γνώρισε τη μελλοντική σύζυγό του, Rita Mackintosh, η οποία το 1923 τον ακολούθησε στην Ιαπωνία, όπου εκείνος επέστρεψε και ξεκίνησε να παράγει ουίσκι. Το ιαπωνικό ουίσκι είναι παιδί του έρωτά τους. Ο Takesuru ξεκίνησε το ποτοποιείο που είναι γνωστό με το όνομα Suntory, καθώς και το ιαπωνικό αποστακτήριο Nikka. Και οι δύο εταιρείες αποτελούν σήμερα τα μεγαλύτερα αποστακτήρια της Ιαπωνίας, ενώ επιπλέον έχουν στην κατοχή τους και μερικά αποστακτήρια της Σκωτίας. Η μόνη ιδιαιτερότητα είναι ότι οι δύο εταιρείες δεν ανταλλάσσουν βαρέλια, όπως κάνουν τα αποστακτήρια της Σκωτίας. Στα αποστακτήρια αυτά, υπάρχει κάθε λογής αποστακτήρας για την παραγωγή ουίσκι κάθε είδους: grain, καθόλου τυρφώδη ή έντονα τυρφώδη ουίσκι. Ειδικοί blenders δουλεύουν με όλα τα είδη ουίσκι που υπάρχουν στον κόσμο. Τελευταία, χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα η ιαπωνική δρυς για την ωρίμανση. Σύμφωνα με τις αξιολογήσεις των ειδημόνων, υπάρχει μια εξαίρεση στον ιαπωνικό κανόνα. Ο Ichiro Akuto, που ανέλαβε να επαναλειτουργήσει το αποστακτήριο Hanyu, αποφάσισε να αναμείξει ουίσκι των σημαντικότερων ιαπωνικών αποστακτηρίων, δημιουργώντας το Gingko, την καλύτερη ίσως αφετηρία για όσους θέλουν να ταξιδέψουν στις απολαύσεις της Άπω Ανατολής.

info Οι παγόδες των βουδιστικών ναών ενέπνευσαν τον Charles Doig να σχεδιάσει τις καμινάδες στα αποστακτήρια malt της Σκωτίας τη δεκαετία του 1890. Το Yoichi είναι ένα παράκτιο αποστακτήριο στο νησί Χοκάιντο στη βόρεια Ιαπωνία. Τα υπόλοιπα αποστακτήρια της Ιαπωνίας βρίσκονται στο μεγαλύτερο νησί της, το Χονσού, ενώ τρία βρίσκονται στα βουνά που περιβάλλουν το Τόκιο. Το Hakushu είναι το μεγαλύτερο αποστακτήριο malt στον κόσμο και βρίσκεται 700 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, δηλαδή σε μεγαλύτερο υψόμετρο από όλα τα αντίστοιχα αποστακτήρια της Σκωτίας. (Στη Σκωτία, το αποστακτήριο που βρίσκεται στο μεγαλύτερο υψόμετρο είναι το Dalwhinnie στα 350 μέτρα). Τα αποστακτήρια Yoichi και Miyagikyo (Sendai) της φίρμας Nikka χρησιμοποιούν κάρβουνο, το οποίο εισάγεται από την Ανατολική Ευρώπη.

ΚΑΝΑΔΑΣ


Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο Καναδάς υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες χώρες παραγωγής ουίσκι. Τα μεγάλα αποστακτήρια που λειτουργούσαν σε όλη την επικράτεια παρήγαγαν εκατομμύρια λίτρα ποτού. Το καναδικό αποστακτήριο Seagram ήταν μια από τις μεγαλύτερες ποτοποιίες στον κόσμο, έχοντας στην ιδιοκτησία του αρκετά θρυλικά ονόματα από το χώρο του ουίσκι. Όλα αυτά, όμως, ανήκουν οριστικά στο παρελθόν. Σήμερα, από την αυτοκρατορία των εκατοντάδων αποστακτηρίων εκείνης της χρυσής εποχής έχουν απομείνει μόλις καμιά δεκαριά, τα οποία συνεχίζουν την ιστορία του καναδικού ουίσκι. Οι απέραντες πεδιάδες της χώρας παράγουν επαρκείς ποσότητες δημητριακών. Δεν προκαλεί απορία το γεγονός ότι μερικά αποστακτήρια βγάζουν αρκετούς τύπους ουίσκι, αν και τις περισσότερες φορές πρόκειται για διαφορετικά είδη ουίσκι σίκαλης. Οι Καναδοί ακολούθησαν την παραδοσιακή σκωτσέζικη συνταγή, προσθέτοντας τη δική τους νότα. Τα περισσότερα αποστακτήρια αναμειγνύουν συνήθως σίκαλη, ενδεχομένως και άλλα ουίσκι τύπου malt ή μπέρμπον, με καθαρό αλκοολούχο απόσταγμα. Αυτό το μείγμα από ουίσκι σίκαλης δημιουργεί ένα καθαρό, απαλό ουίσκι, το οποίο διαφέρει από τα rye της Αμερικής. Ένα καλό παράδειγμα είναι το ουίσκι σίκαλης Alberta Premium 25 ετών του αποστακτηρίου Alberta. Αυτή είναι η παραδοσιακή μέθοδος. Κάποια μικρότερα αποστακτήρια, όπως αυτό του John Hall, στον οποίο ανήκει το αποστακτήριο Kittling Ridge, έχουν βαλθεί να δημιουργήσουν ουίσκι που αψηφούν την παράδοση. Ο John Hall παράγει τα δικά του rye, malt και μπέρμπον, τα οποία αναμειγνύει, με αποτέλεσμα τη δημιουργία εξαιρετικών ουίσκι. Τα tastings των περασμένων ετών υποδεικνύουν πως είναι ίσως καιρός να ακούσουμε και πάλι τους Καναδούς distillers.

info
Οι δύο άμβυκες του αποστακτηρίου Glenora Distillery στο Cape Breton ήρθαν από τη Σκωτία. Το super premium Crown Royal δημιουργήθηκε προς τιμήν του βασιλιά Γεωργίου ΣΤ΄ και της βασίλισσας Ελισάβετ, όταν επισκέφτηκαν τον Καναδά το 1939. Ο Hiram Walker ίδρυσε το πρώτο αποστακτήριο στο Windsor του Οντάριο το 1858, και το Canadian Club κυκλοφόρησε το 1884.

 

ΙΡΛΑΝΔΙΑ


To πιο διασκεδαστικό στη δημιουργία ενός οδηγού γεύσης όπως αυτός είναι η έρευνα των γεγονότων που αποτελούν σταθμούς στην ιστορία του ουίσκι. Ένα από αυτά είναι η περίπτωση της Ιρλανδίας. Κάποτε, στη χώρα αυτή λειτουργούσαν αποστακτήρια που είχαν πολύ έντονη δραστηριότητα. Δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από τις ΗΠΑ, καθώς παρήγαγαν ουίσκι τριπλής απόσταξης και χαρακτηριστικά ουίσκι που παράγονταν αποκλειστικά σε άμβυκα. Δυστυχώς, όμως, ο ιρλανδικός γίγαντας κοιμήθηκε. Για πολύ καιρό, ο κολοσσός Irish Distillers Limited (IDL) κρατούσε τα ηνία της ιρλανδικής παραγωγής ουίσκι. Ωστόσο, πρόσφατα η κατάσταση άλλαξε. Η άνοδος του αποστακτηρίου Cooley είναι εμφανέστατη στα αποτελέσματα των tastings. Η IDL είχε βάλει στο μάτι το εν λόγω αποστακτήριο, το οποίο εντέλει, αντί να γίνει άλλη μία επιτυχία στα ουίσκι που παράγονται από άμβυκα, αγοράστηκε από τον επενδυτή John Teeling, που με την τολμηρή του προσέγγιση στην κατηγορία αυτή οδήγησε στη δημιουργία μερικών εκπληκτικών ουίσκι και στην τεράστια ανάπτυξη του ιρλανδικού ουίσκι σε όλον τον κόσμο. Και καθώς η Bushmills ανήκει πλέον στον κολοσσό της ποτοποιίας Diageo, που επενδύει στην παραγωγή σπουδαίων ουίσκι, ο ιρλανδικός γίγαντας κάνει έντονη την παρουσία του στα μπαρ και στη φαντασία του κάθε πότη. Με εξαίρεση τη μάρκα Connemara, τα ιρλανδικά ουίσκι δεν είναι ιδιαίτερα τυρφώδη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η απόσταξη είναι πολύ παλιά υπόθεση στην Ιρλανδία, πολύ πριν μηχανοποιηθεί η συλλογή τύρφης, κι έτσι χρησιμοποιούνταν το κάρβουνο και το ξύλο για να καλυφθούν οι ανάγκες της ζήτησης. Ας μη λησμονούμε, επίσης, ότι η Ιρλανδία μάς έχει χαρίσει ένα από τα σπουδαιότερα επιτεύγματα στη διαδικασία της απόσταξης: την αποστακτική στήλη. Ο Aeneas Coffey ήταν εκείνος που την τελειοποίησε στις αρχές του 19ου αιώνα για αυτούς που ήθελαν να παράγουν ουίσκι με μικρό κόστος και γρήγορα. Εντούτοις, οι γευσιγνώστες προτιμούν τα ουίσκι που παράγονται σε άμβυκες, όπως τo Redbreast και το Green Spot.

info
Στο αποστακτήριο Midleton βρίσκεται ο μεγαλύτερος αποστακτήρας του κόσμου. Ο αποστακτήρας αυτός, που κατασκευάστηκε το 1825 και βρίσκεται πλέον εκτός λειτουργίας, χωρούσε 152.966 λίτρα. Οι αποστακτήρες του αποστακτηρίου Cooley άρχισαν και πάλι να λειτουργούν στο Locke’s Distillery ύστερα από μια περίοδο σιωπής από το 1953. Στο Δουβλίνο, γενέτειρα σπουδαίων ουίσκι, όπως το Powers και το Jameson, δεν λειτουργούν πλέον αποστακτήρια, καθώς η παραγωγή έχει μετεγκατασταθεί στο Midleton. Το Bushmills είναι το μοναδικό αποστακτήριο της Βόρειας Ιρλανδίας, το οποίο προτού επεκταθεί στα malt παρήγαγε αποκλειστικά δύο blends που έγιναν το σήμα κατατεθέν του στην αγορά.

 

ΑΛΛΕΣ ΧΩΡΕΣ
Υπάρχει μεγάλη προσφορά σε ουίσκι από άλλα μέρη του κόσμου και, αν κρίνουμε από τις αντιδράσεις των γευσιγνωστών μας, κάποια από αυτά είναι πολύ ενδιαφέροντα. Νέα, καινοτόμα αποστακτήρια από τη Φινλανδία ως την Αυστραλία έχουν προκαλέσει σεισμικές δονήσεις στον κόσμο του ουίσκι, καθώς δεν χρησιμοποιούν ούτε παραδοσιακά υλικά ούτε παραδοσιακές μεθόδους απόσταξης. Η σουηδική εταιρεία Mackmyra έχει ξεσηκώσει ένα παλιρροϊκό κύμα εραστών του «διαφορετικού» ουίσκι. Το Preludium έχει τη φήμη ότι εξαφανίζεται από τα ράφια εν ριπή οφθαλμού. Οι distillers πειραματίζονται με σουηδική δρυ και άγριο κυπαρίσσι, δίνοντας στο ουίσκι τους μια χαρακτηριστική σκανδιναβική νότα. Στην υπόλοιπη Ευρώπη επίσης, μικρά αποστακτήρια δείχνουν ότι μπορούν να παράγουν ιδιαίτερα απολαυστικά ουίσκι. Στη Γαλλία, ιδίως στη Βρετάνη, λειτουργούν εδώ και καιρό κάποια αποστακτήρια μικρής κλίμακας. Το ουίσκι Amorik του αποστακτηρίου Warenghem είναι ίσως το πιο γνωστό, όπως επίσης το Eddu της Distillerie des Menhirs. Ένα από τα συστατικά του Eddu είναι το φαγόπυρο, το οποίο δίνει χαρακτηριστικό άρωμα και γεύση στο ουίσκι αυτό. Πολλά αποστακτήρια έχουν ξεπηδήσει στη Γερμανία, την Αυστρία και την Ελβετία. Όλα τους έχουν πρωτότυπες πηγές έμπνευσης. Το δυτικό ημισφαίριο εκδηλώνει ενδιαφέρον και για τα ουίσκι του ανατολικού ημισφαιρίου. Πρωτοπόρος στην άνοδο του αυστραλασιατικού ουίσκι ήταν το αποστακτήριο Lark στην Τασμανία, όπου το κλίμα είναι παρόμοιο με της Σκωτίας. Το ουίσκι που παράγεται εκεί έχει πολύπλοκη, ελαφρώς καπνιστή γεύση. Στα χνάρια του Lark, το Sullivan’s Cove στην Τασμανία και το Bakery Hill στη Μελβούρνη γνωρίζουν σχετική επιτυχία. Αν και οι περισσότερες ποτοποιίες εποφθαλμιούν τη διόλου ευκαταφρόνητη αγορά της Ινδίας, υπάρχουν πολύ λίγα αποστακτήρια στη χώρα αυτή. Το ινδικό ουίσκι παράγεται από βυνοποιημένο κριθάρι. Ένα από τα πιο γνωστά ινδικά ουίσκι στο εξωτερικό είναι το Amrut.Φαίνεται πως ο υπόλοιπος κόσμος αφυπνίζεται όσον αφορά το ουίσκι και, μολονότι κάποιες εταιρείες βρίσκονται ακόμα σε πρώιμο στάδιο, το μέλλον διαγράφεται λαμπρό για τις αναδυόμενες χώρες παραγωγής ουίσκι.

info
Η παραγωγή ουίσκι στη Γερμανία άνθησε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το πρώτο γερμανικό ουίσκι που παρασκευάστηκε με τη σκωτσέζικη μέθοδο κυκλοφόρησε το 1984. Στο αποστακτήριο Guillon στην Καμπανία της Γαλλίας ξηραίνουν το κριθάρι με καπνό από φύλλα οξιάς και δρυός. Το αποστακτήριο Lark πήρε την πρώτη άδεια απόσταξης που εκδόθηκε στην Τασμανία από τη δεκαετία του 1830.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ