WHISK(E)Y MADE IN USA

Αρθρογράφος: Tηλέμαχος Δούδης

Δεν είναι μόνο η ποτοαπαγόρευση, ούτε ο κινηματογράφος. Από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε στις ΗΠΑ, στις αρχές του 1700, το ουίσκι ήρθε για να μείνει. Έκτοτε άφησε πίσω του μία τουλάχιστον επανάσταση και ένα καινούργιο προϊόν: το μπέρμπον.

Oι Σκωτσέζοι και Ιρλανδοί μετανάστες που πάτησαν από τους πρώτους το πόδι τους στο αμερικανικό έδαφος, στις αρχές του 1700, κουβαλούσαν ελάχιστα πράγματα στις αποσκευές τους. Τα απολύτως απαραίτητα για να στήσουν ένα αυτοσχέδιο νοικοκυριό, την παροιμιώδη πίστη τους στο Θεό, την απέχθεια για οποιοδήποτε είδος κεντρικής διοίκησης και τη συνταγή για την παραγωγή ενός καλού ουίσκι. Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες της ιστορίας τους οι Πολιτείες που αργότερα θα αποτελούσαν το περίφημο melting pot της παγκοσμιοποίησης είχαν συνδέσει την τύχη τους με το αλκοόλ. Οι διψασμένοι ταξιδιώτες σταματούσαν σε ένα μέρος, επειδή ξέμεναν από... μπίρα, ανακάλυψαν αργότερα το ρούμι από την επεξεργασία του ζαχαροκάλαμου, αλλά τελικά κολλούσαν με αυτό που στη γλώσσα των ιθαγενών του τόπου ονομάστηκε «το νερό που καίει». Υπεύθυνοι για το «κόλλημα» ήταν οι Σκωτσέζοι και οι Ιρλανδοί που αναφέρθηκαν στην αρχή.

Έφτασαν στην Πενσιλβάνια, το Μέριλαντ και τη Βιρτζίνια, απογοητευμένοι από την οικονομική κατάσταση στις πατρίδες τους και τον θρησκευτικό πόλεμο με την επίσημη εκκλησία. Πολύ γρήγορα τα όνειρά τους για μια καινούργια πατρίδα συνοδεύτηκαν από μεγάλες ποσότητες ουίσκι. Τις κρύες νύχτες του χειμώνα η τέχνη της απόσταξης που τους είχαν διδάξει οι Ιρλανδοί μοναχοί –μεταξύ 9ου και 13ου αιώνα– έκανε το θαύμα της. Η επιτυχία του νέου ποτού, βέβαια, θα ήταν μισή, αν την ίδια περίοδο η παραγωγή στο ρούμι δεν έπαιρνε την κάτω βόλτα. Η βαριά φορολογία στα ζαχαροκάλαμα (μελάσα) έκανε τελικά την απόσταξή του απαγορευτική κι έγειρε την πλάστιγγα της ιστορίας προς τη μεριά του χρυσοκίτρινου ποτού. Μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα οι τοπικές κοινότητες θα μάθουν να παρασκευάζουν ουίσκι συνδυάζοντας το καλαμπόκι με την παραδοσιακή σίκαλη και τα πρώτα αποστακτήρια θα κατασκευαστούν στη δυτική Βιρτζίνια (ειδικότερα στην επαρχία του Κεντάκι).

Το 1794 θα έρθει και ο πρώτος φόρος για την απόσταξη ουίσκι, γεγονός που θα χαρίσει στην αμερικανική ιστορία μια επανάσταση, που έχει μείνει γνωστή ως η «Επανάσταση του Ουίσκι». Τα εξαγριωμένα πλήθη των τοπικών παραγωγών θα φτάσουν μέχρι το σημείο να λιντσάρουν τους ομοσπονδιακούς φοροεισπράκτορες που ζητούσαν το 25% της αξίας των αλκοολούχων. Η κυβέρνηση αποφασίζει ότι πρόκειται ουσιαστικά για το πρώτο crash test με τις πολιτείες της και στέλνει στρατό 15.000 αντρών, με επικεφαλής τον Τζωρτζ Ουάσινγκτον, ώστε να καταστείλει την εξέγερση. Πράγματι, οι αντιφρονούντες φτάνουν μέχρι την αγχόνη, αλλά την τελευταία στιγμή τα ηρεμότερα πνεύματα βγάζουν τη θηλιά απ’ το λαιμό των πρωταιτίων. Τα γεγονότα κάνουν αίσθηση και με τον τρόπο τους διαφημίζουν τον τόπο του Κεντάκι σε όλους τους μετανάστες που αναζητούν μια θέση στον αμερικανικό ήλιο. Εκατοντάδες απ’ αυτούς θα φτάσουν στο Κεντάκι, που προσφέρεται για την καλλιέργεια καλαμποκιού. Αποτέλεσμα; Ένα νέο, καθαρά αμερικανικό, προϊόν που ακούει στην ονομασία μπέρμπον. Σε συνδυασμό με την ωρίμανσή του σε δρύινα βαρέλια, καβουρδισμένα στο εσωτερικό τους, προσφέρει πλέον μια φρουτώδη, απαλή γεύση. Το όνομά του προέρχεται από την περιοχή Μπέρμπον, που με τη σειρά της είχε «βαφτιστεί» έτσι από τους Γάλλους Βουρβώνους της βασιλικής οικογένειας, οι οποίοι βοήθησαν τους επαναστάτες στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας από τους Άγγλους. Μέχρι το 1840 το νέο ποτό παράγεται και πωλείται –εκτός από το Κεντάκι– στο Τενεσί, την Ιντιάνα, το Ιλινόις, το Οχάιο, το Μιζούρι, τη Βόρεια Καρολίνα και τη Γεωργία.

Το «νερό που καίει» θα συνοδεύσει την αμερικανική ιστορία σε όλη την περίοδό της. Ξεχωριστό κεφάλαιο, ωστόσο, αποτελεί η εποχή της ποτοαπαγόρευσης, από το 1922 ως το 1933. Λίγο μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η κυβέρνηση απαγορεύει την παραγωγή, διακίνηση και διάθεση αλκοολούχων ποτών, κυρίως στις πολιτείες του Νότου. Την πρωτοβουλία αυτή χειροκροτούν θρησκευτικές και γυναικείες οργανώσεις που εντάσσουν το αλκοόλ στον «Άξονα του Κακού» μαζί με το σεξ και το φυλετικό χρώμα. Από μια άποψη, η κοινωνία ίσως είναι έτοιμη για την απαγόρευση. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου η παραγωγή ουίσκι από δημητριακά και μπίρα από γερμανικές επιχειρήσεις σήμαινε στα μάτια του κόσμου πράξη αντιπατριωτισμού. Η μόνη παραχώρηση, ωστόσο, αφορά και πάλι το ουίσκι, το οποίο μπορεί να πωλείται από φαρμακεία με συνταγή γιατρού. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά η κυβέρνηση σβήνει απ’ όλα τα σχολικά εγχειρίδια τις αναφορές ότι ο Τζωρτζ Ουάσινγκτον και αρκετοί από τους πρώην προέδρους ήταν ιδιοκτήτες αποστακτηρίων.

Ένα από τα ξεχασμένα επεισόδια του πολέμου μεταξύ πολιτείας και παρανόμων είναι ο «πόλεμος των χημικών» το 1928. Απογοητευμένοι που οι άνθρωποι συνέχιζαν να καταναλώνουν αλκοόλ παρά την απαγόρευση, οι ομοσπονδιακοί υπάλληλοι αποφάσισαν να δοκιμάσουν μια διαφορετική μέθοδο επιβολής του νόμου. Διέταξαν τη δηλητηρίαση του αλκοόλ που χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή ποτών απ’ τις βιομηχανίες. Ήταν ακριβώς αυτά τα προϊόντα που έκλεβαν οι λαθρέμποροι και τα πουλούσαν στη συνέχεια ως νόμιμα. Η κεντρική ιδέα ήταν να τρομάξουν οι επίδοξοι πότες (που, παρεμπιπτόντως, έφταναν στα νοσοκομεία σε κατάσταση απελπιστικής μέθης από παράνομη κατανάλωση). Το «κόλπο» γύρισε μπούμερανγκ. Το ομοσπονδιακό πρόγραμμα δηλητηρίασης άφησε πίσω του 10.000 νεκρούς μέχρι τη λήξη του το 1933, οπότε το ουίσκι νομιμοποιήθηκε στις περισσότερες πολιτείες.

Η βιομηχανία αλκοολούχων ποτών μετρούσε προφανώς βαριές απώλειες και έμπαινε μάλιστα στο μονοπάτι της ύφεσης που διήρκεσε μέχρι τη χρυσή εποχή του 1960. Κανείς, όμως, δεν μπορούσε να στοιχηματίσει ότι η κατανάλωση ουίσκι είχε σταματήσει. Η μαύρη αγορά, απ’ την πλευρά της, είχε κάνει χρυσές δουλειές. Αυτό που είχε αλλάξει όντως ήταν τα ήθη στην κατανάλωση ποτού. Τα εισαγόμενα ουίσκι απ’ τον Καναδά, καθώς και το παράνομο «moonshine», ήταν πολύ πιο ελαφριά. Άλλη μια ασύμμετρη απειλή εμφανίστηκε με τη μορφή του τζιν και της βότκας που ήρθαν να αναπληρώσουν την έλλειψη στην αγορά.

Κάπως έτσι, μια συνήθεια που ξεκίνησε το 1700 έδινε τη μάχη της και έβγαινε κερδισμένη από μια σκληρή δοκιμασία. Το ουίσκι θα περάσει στην κουλτούρα ενός ολόκληρου έθνους, θα βρει τη θέση του σε εκατοντάδες κινηματογραφικές σκηνές –«σκέτο ή με πάγο;», ρωτάει ο ήρωας την παρτενέρ του– και στις σελίδες της λογοτεχνίας. «Είμαι υπέρ οποιουδήποτε πράγματος σε βοηθά να περάσεις τη νύχτα – είτε αυτό λέγεται προσευχή, είτε ηρεμιστικά, είτε ένα μπουκάλι Τζακ Ντάνιελς», θα πει κάποια στιγμή ο bigger than life Φρανκ Σινάτρα, εκπροσωπώντας όχι μόνο τον εαυτό του, αλλά τη διψασμένη πλειονότητα των Αμερικανών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ