OIKOΓENEIAKH YΠOΘEΣH

Αρθρογράφος: Dominic Roskrow

Κάποτε ήταν φυσιολογικό να κληροδοτείται μια επιχείρηση από τη μια γενιά στην άλλη. Στις μέρες μας όμως υπάρχουν λιγότερα δια βίου επαγγέλματα και πολλές εναλλακτικές επιλογές. Ο Dominic Roskrow μιλά με ανθρώπους του ουίσκι που ακολούθησαν τα πατρικά βήματα.

Aν έχετε περάσει μέρος της ενήλικης ζωής σας αγωνιζόμενοι κατά της οικογενειοκρατίας και της κληροδότησης των επιχειρήσεων, ο κόσμος του ουίσκι μάλλον θα σας προκαλέσει δυσφορία. Η πρακτική της μεταβίβασης της οικογενειακής επιχείρησης στην επόμενη γενιά, όχι μόνον είναι συνηθισμένη στο χώρο του ουίσκι, αλλά ενθαρρύνεται κιόλας. Κι όταν βυθίζεστε στον κόσμο του ουίσκι, ανακαλύπτετε ότι δεν τον αποδέχεστε απλώς, αλλά ότι τον αγκαλίαζετε με τεράστιο ενθουσιασμό. Και για να πούμε την αλήθεια, αυτοί οι οικογενειακοί δεσμοί είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της καταγωγής και της κληρονομιάς του ουίσκι, δύο στοιχεία που έχουν διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο στη σημερινή επιτυχία του ουίσκι. Αυτό το διαπίστωσα μέσα από δύο περιστατικά που συνέβησαν μερικά χρόνια πριν. Το πρώτο ήταν μια συζήτηση που είχα με τον David Robertson, τότε master distiller του Macallan, με θέμα τα ποιοτικά blend. Επαινούσα το Dewar’s Signature. «Ξέρεις ότι σ’ αυτό το blend, το βασικό malt είναι Aberfeldy 27 ετών», είπα ενθουσιασμένος. «Ναι, το ξέρω», απάντησε ο David. «Και το Aberfeldy σ’ αυτό το μπουκάλι που πίνεις... ο πατέρας μου θα το είχε φτιάξει». Το άλλο περιστατικό συνέβη στο Classic Malts Cruise, την κρουαζίερα γευσιγνωσίας με ιστιοφόρα, όταν έφτασα στο Port Askaig με μια ομάδα αμερικανών brand ambassadors του Johnnie Walker και πρόσεξα ότι ο αρχηγός της ομάδας, o Gregor Cattanach, στεκόταν παράμερα και ατένιζε τη θέα του Caol Ila αντίκρυ. «Πάντα συγκινούμαι όταν επιστρέφω εδώ», είπε, κι έπειτα έγνεψε προς την κατοικία του διευθυντή του αποστακτηρίου. «Εκεί γεννήθηκα». Σε στιγμές σαν κι αυτή αντιλαμβάνεσαι ότι ακριβώς αυτός ο δεσμός ανάμεσα στις γενιές ενισχύει την ιδιαίτερη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο ποτό και τους ανθρώπους. Ο κόσμος του ουίσκι μοιάζει με τους κυλιόμενους διαδρόμους των αεροδρομίων. Ανεβαίνουμε σε ένα σημείο και θα κατεβούμε σε κάποιο άλλο, όμως ο κόσμος του ουίσκι κινιόταν πολύ πριν μπούμε εμείς σ’ αυτόν και θα συνεχίσει να κινείται πολύ καιρό αφότου θα έχουμε φύγει. Μέσα από την οικογενειακή ιστορία μπορούμε να συνδεθούμε με το παρελθόν και, καθώς βάζουμε νέα βαρέλια, μπορούμε να προσπαθήσουμε να ρίξουμε μια ματιά στο μέλλον. Ο χώρος του ουίσκι είναι μοναδικός. Πολύ ωραία όλα αυτά, εκτός αν ζεις στον 21ο αιώνα, σε μια εποχή που οι άνθρωποι δεν πιστεύουν ότι υπάρχουν διά βίου θέσεις εργασίας. Eίσαι νέος και σε βάζει σε πειρασμό η πληθώρα των ευκαιριών στις νέες τεχνολογίες και τους υπολογιστές. Και τότε αντιλαμβάνεσαι ότι σε λένε Beam, Van Winkle, Grant ή Cattanach, και συνειδητοποιείς ότι η σπίθα της προσδοκίας στο βλέμμα του πατέρα σου γεννιέται από την ελπίδα πως όπου να ’ναι θα αρχίσεις να φτιάχνεις μαζί του ουίσκι. Και δεν είναι μόνο ο πατέρας σου. Οικογένειες ουίσκι υπάρχουν οπουδήποτε φτιάχνεται αυτό το ποτό και σε κάθε επίπεδο της διαδικασίας παραγωγής. Όμως πουθενά δεν υπάρχουν περισσότερες απ’ ό,τι στο Κεντάκι, όπου πολλά από τα ιστορικά brand είναι συνδεδεμένα με άτομα: Williams, Craig, Stagg, Beam, Taylor, Pepper, Crow, Weller, Lee. Όλα αυτά τα ονόματα ρίχνουν βαριά τη σκιά τους στο χώρο του bourbon. Η κληρονομιά συνεχίζεται· ο Craig Beam δουλεύει με τον πατέρα του, τον Parker, στο Heaven Hill και λέει πως καθάριζε αποθήκες όταν ήταν μικρός και ότι κληρονόμησε τη μανία του παππού του με την καθαριότητα. Ο Eddie Russel δουλεύει στο πλευρό του Jimmy στο αποστακτήριο Wild Turkey, ενώ ο Rob Samuels είναι το νέο αίμα της κραταιάς οικογένειας των Samuel. Εργάζεται στο πλευρό του πατέρα του Bill στο αποστακτήριο του Maker’s Mark. Όμως, τι θα γινόταν αν κάποιος αποφάσιζε μια μέρα ότι η ζωή του ουίσκι δεν του ταιριάζει; Δεν υπάρχουν σημαντικότερα ονόματα στο χώρο του ουίσκι απ’ αυτό του Van Winkle, όμως ο Preston, που είναι σήμερα διευθυντής μάρκετινγκ του Old Rip Van Winkle και δουλεύει στο πλευρό του πατέρα του, του Julian, σκέφτηκε σοβαρά να κάνει κάτι άλλο. «Πάντα ένιωθα πολύ κοντά μου το ουίσκι», λέει. «Πάντα γίνονταν συζητήσεις για το παλιό αποστακτήριο, τα brand και παρόμοια θέματα. Θυμάμαι τον πατέρα μου να γυρίζει σπίτι μυρίζοντας bourbon τις μέρες που άδειαζε και καθάριζε τα βαρέλια. Οι αδελφές μου κι εγώ πηγαίναμε καμιά φορά να βοηθήσουμε στην αίθουσα εμφιάλωσης. Βοηθούσαμε στη γραμμή παραγωγής, σκουπίζοντας μπουκάλια ή στοιβάζοντας κιβώτια με άδειες φιάλες. Κάναμε τσουλήθρα στους ταινιδρόμους και χρησιμοποιούσαμε τα κλαρκ σαν να ήταν αυτοκινητάκια. Ποτέ δεν ένιωσα οποιαδήποτε πίεση να μπω στην οικογενειακή επιχείρηση. Ποτέ δεν το συζητήσαμε πραγματικά, αν και το έθιγαν άλλοι. Ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου στο πανεπιστήμιο έχοντας κατά νου εντελώς διαφορετικό δρόμο. Μόνο όταν ήμουν πρωτοετής και παρακολούθησα μια εκδήλωση με τον πατέρα μου, μόνο τότε συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να κάνει οτιδήποτε άλλο. Ήμουν σε μια σχολή θετικών επιστημών, αλλά άλλαξα πανεπιστήμιο και γράφτηκα στο πρόγραμμα διοίκησης επιχειρήσεων. Νομίζω ότι υπήρξε κάποια απογοήτευση, αλλά δεν πιστεύω ότι προκάλεσε μεγάλη ρήξη στην οικογένεια». Στην άλλη πλευρά του ωκεανού, στη Σκωτία, ο Alistair Walker αφηγείται παρόμοιες εμπειρίες. Είναι ο γιος του Billy Walker, που έγινε γνωστός από τις συνεργασίες του σε μεγάλες εταιρείες ουίσκι. Η νεανική εμπειρία του Alistair ήταν ελαφρώς διαφορετική, όμως αυτό άλλαξε όταν ο Billy συνεργάστηκε με δυο νοτιοαφρικανούς συνεταίρους και αγόρασε το BenRiach. «Δυο πράγματα είναι χαραγμένα μέσα μου από τότε που ήμουν παιδί», λέει. «Φύλαγα τις μπίλιες από ρουλεμάν με τις οποίες έπαιζα σε ένα υφασμάτινο πουγκί του Pinwinnie Royal Scotch Whisky· πολύ σπουδαίο πράγμα στο Monkland. Επίσης πέρασα ένα διάστημα από τα παιδικά μου χρόνια στο αποστακτήριο του Airdrie. Όταν τελείωσα το πανεπιστήμιο το 1996, πήγα να δουλέψω στο αποστακτήριο Burn Stewart, στο τμήμα μάρκετινγκ, μόνο και μόνο για να αποκτήσω λίγη εμπειρία. Ήθελα να κάνω σταδιοδρομία στα οικονομικά, ή σε κάτι σχετικό, και σκόπευα να μείνω σ’ αυτή τη δουλειά ένα χρόνο. Όμως έμεινα πάνω από έξι και πραγματικά το ευχαριστήθηκα. Ο πατέρας μου ποτέ δεν με πίεσε, αλλά μην ξεχνάτε ότι αν και ήταν γενικός διευθυντής της Burn Stewart, η επιχείρηση δεν ανήκε στην οικογένεια. Η BenRiach ήταν εντελώς διαφορετική υπόθεση. Καθώς οριστικοποιούσε τη συμφωνία με τους συνεταίρους του, ο πατέρας μου με πλάγιο τρόπο προσπαθούσε να με πείσει να μπω στην επιχείρηση. Με κρατούσε συνεχώς ενήμερο για την αγορά του αποστακτηρίου, όμως για ένα διάστημα είχα τέτοια απόσταση που αναγκαζόμουν διαρκώς να του ζητάω να μου θυμίσει το όνομα του αποστακτηρίου. Πραγματικά δεν είχα καμία πρόθεση να επιστρέψω στο χώρο του ουίσκι, αλλά τελικά μπήκα τον Σεπτέμβριο του 2004. Φυσικά, μετά από ελαφρά παρότρυνση». Θα περίμενε κανείς οικογενειακούς δεσμούς στις παραδοσιακές αγορές του ουίσκι, όμως είναι εκπληκτικό που η Αυστραλία, ένα από τα νεότερα έθνη του ουίσκι, έχει ήδη αποκτήσει αποστακτήριο δεύτερης γενιάς. Η Kristy Lark σχεδίαζε να γίνει ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας και κατάφερε να εξασφαλίσει μία από τις 300 θέσεις στη σχολή ελεγκτών. «Το να μεγαλώνεις με έναν αποστακτήρα έξω απ’ το υπνοδωμάτιό σου δεν είναι κάτι συνηθισμένο, όμως εγώ αυτό ακριβώς έζησα», λέει. «Πάντα συμμετείχα στην οικογενειακή επιχείρηση, αλλά μόλις το 2003 αποφάσισα ότι ήθελα πραγματικά να εμπλακώ στην παραγωγή. Συνειδητοποίησα ότι το ουίσκι ήταν στο αίμα μου και, αν και μπορεί κάποια στιγμή να γίνω μητέρα, πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα ζήσω μακριά από τους αποστακτήρες». Ήδη ο κύκλος της ζωής κάνει άλλη μια στροφή και όσοι σκέφτονταν να εγκαταλείψουν τις οικογενειακές επιχειρήσεις του ουίσκι, στρέφουν τώρα τις ελπίδες τους στην επόμενη γενιά… «Θα ήταν υπέροχο να συνεχιστεί το όνομα της οικογένειας και η οικογενειακή επιχείρηση», παραδέχεται η Kristy. Ο Preston Van Winkle συμφωνεί. «Αισθάνομαι τεράστια υπερηφάνεια που τα καταφέραμε επί τέσσερεις γενιές, μέσα από την Ποτοαπαγόρευση και τη συγχώνευση πολλών αποστακτηρίων», λέει. «Ελπίζω να μπορέσω να κρατήσω σταθερά το πηδάλιο και να δώσω στο γιο μου την ευκαιρία να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο αν το επιλέξει». Η κυλιόμενος διάδρομος του ουίσκι δεν σταματά ποτέ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ