Δ. ΜAMAΛOYKAΣ

Αρθρογράφος: Βαλίσια Βύζα

ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΚΟΟΛ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ. Ο χειμώνας δεν είχε ακόμη φτάσει για τα καλά. Αυτό, λοιπόν, μας επέτρεψε να κάτσουμε για λίγο στη βεράντα μέχρι να ξεκινήσουμε τη φωτογράφηση και τη συνέντευξη. Το σπίτι του είναι φιλόξενο. Μια συλλογή από παιδικά αυτοκινητάκια δεσπόζει μέσα σε μια βιτρίνα, ενώ λίγο παραπέρα, στο γραφείο, βλέπω διάσπαρτα CD του Miles Davis. Κάποιες παιδικές φωτογραφίες, του ιδίου και των παιδιών του, βρίσκονται στο χολ. Ο λόγος για το συγγραφέα Δημήτρη Μαμαλούκα, ο οποίος έχει κατ’ επανάληψη δηλώσει φαν του ουίσκι, ενώ δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο του μυθιστόρημα έφερε τον τίτλο «Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα», το οποίο μεταφέρθηκε και στο κινηματογραφικό πανί το 2002. Ο Δημήτρης αγαπάει τα φιλμ νουάρ, την τζαζ και την καλή παρέα. Πρόσφατα έγραψε δύο παιδικά βιβλία «Κρις Πινόκιο-Νοεμί Αστράκη: Τα παιδιά του χρόνου: Μια περίεργη χρονομηχανή» από τις εκδόσεις Ψυχογιός, με απώτερο σκοπό να ολοκληρώσει μια σειρά από 5-7 βιβλία.

Κάθομαι απέναντί του. Όχι ως αντίπαλος σε μια σκακιστική παρτίδα, αλλά μάλλον ως ντεντέκτιβ σε μια ακόμα ενδελεχή έρευνα.

 

Πότε είπατε ότι θα γίνετε συγγραφέας;
Το κλικ έγινε γύρω στα 1996-97, όπου είχα στο μυαλό μου το πρώτο μου βιβλίο, το «Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα».

Αν γυρίσουμε πιο πίσω, ήμουνα λάτρης της λογοτεχνίας απ’ τα 17 και μετά. Όμως ότι θα γίνω συγγραφέας το πίστεψα μετά το τρίτο βιβλίο. Δηλαδή μετά την έκδοση του πρώτου βιβλίου, δίσταζα να χρησιμοποιήσω αυτό τον τίτλο, γιατί έλεγα ότι μπορεί να μην ξαναγράψω.

Είναι πιο εύκολο από εκεί και πέρα για το συγγραφέα να γράφει βιβλία; Ή θα έχει πάντα αυτήν τη φοβία για το αν θα ξαναγράψει ή όχι;
Τον τελευταίο καιρό, δεν ξέρω πώς γίνεται κι έχω αρχίσει να έχω κάτι τέτοιες σκέψεις μήπως δεν μπορέσω να ξαναγράψω κάποια στιγμή ένα βιβλίο. Παλιότερα δεν το είχα.

Από τι εμπνέεστε;
Από τα πάντα γύρω μας. Από αληθινά εγκλήματα, από καθημερινές σκηνές, από συναισθήματα, από ταινίες, από άλλα βιβλία.

Ταυτίζεστε με τους ήρωές σας; Κι αν ναι, με ποιον;
Λίγο-πολύ με όλους. Να πω ότι μπορεί να είναι ένα μικρό κομμάτι δικό μου; Ίσως είναι. Γενικά οι ήρωές μου έχουν δικιά τους οντότητα, δικούς τους χαρακτήρες. Με ακολουθούν, διαμαρτύρονται, επαναστατούν, ξανάρχονται στο μυαλό.

Σας μιλούν.
Κυρίως διαμαρτύρονται. Άμα τους σκοτώσεις. Αν δεν «παίξουν» αρκετά στο βιβλίο.

Πρόσφατα γράψατε ακόμη ένα παιδικό βιβλίο. Τελικά ποιος είναι πιο δύσκολος αναγνώστης; Το παιδί ή ο ενήλικας;
Μάλλον το παιδί. Βαριέται εύκολα, είναι απαιτητικό και δεν ξεγελιέται καθόλου εύκολα.

Ζείτε μια οικογενειακή ζωή.
Απολύτως.

Προλαβαίνετε να βγαίνετε σε μπαρ;
Όχι τόσο συχνά όσο θα ήθελα.

Υπάρχει κάποιο ουίσκι μπαρ που προτιμάτε;
Παλαιότερα πήγαινα στο Low Profile. Είχα όμως δύο φορές την ωραία εμπειρία του μπαρ του Hotel d’Inghilterra στη Ρώμη, όπου σύχναζε κι ο Χεμινγουέι, αλλά δεν τον είδα. Τουριστική απάτη.

Τι διαφορετικό έχει αυτό το μπαρ;
Το μπαρ του Hotel d’Inghilterra έχει μια ιστορία από πίσω. Όντως πήγαινε ο Χεμινγουέι. Αυτό βέβαια δε λέει και πολλά. Το σέρβις ήταν εκπληκτικό, τα παρελκόμενα το ίδιο, γενικά κυριαρχεί μια μυστικιστική ατμόσφαιρα μεταξύ πότη και ποτού, αυτό που ψάχνουμε οι λάτρεις των malt, νομίζω.

Ο Έλληνας και το ουίσκι. Κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια. Τι κρύβεται πίσω από αυτό;
Μήπως τα Johnnie Walker του Ανδρέα Παπανδρέου με το ζιβάγκο; (γέλια) Τι να πω; Κάτι τέτοιο.

Και πιο παλιά ακόμα νομίζω.
Και πιο παλιά. Με το White Horse.

Ακόμα και σε παλιές ελληνικές ταινίες το συναντάμε αυτό.
Johnnie Walker, Ballantine’s, J&B, Black & White, Vat 69, Haig. Αυτά παίζουν στις ελληνικές ταινίες, στα μπουζούκια…

Περιγράψτε μου την πρώτη σας εμπειρία με το ουίσκι. Τη θυμάστε;
Δε θυμάμαι πολύ παλιά. Θυμάμαι όμως μια βραδιά στα φοιτητικά μου χρόνια στην Ιταλία. Βρεθήκαμε με μια μεγάλη παρέα σ’ ένα μπαρ που μόλις είχαν ανοίξει κάτι φίλοι Ιταλοί. Πολύ γρήγορα το ουίσκι τελείωσε κι ο ιδιοκτήτης προσφέρθηκε να πάει να φέρει. Μας είπε ότι είχε ανακαλύψει κάτι πολύ καλό. Όταν το έφερε είδα για πρώτη φορά μια μπουκάλα Cardhu με το ξύλινο πώμα. Μόλις είδαμε την άγνωστη μάρκα, όλοι μας απαίδευτοι, είπαμε ότι μας έφερε μπόμπα! Τουλάχιστον εγώ είχα το νου και τη γνώση ότι ένα μπουκάλι με ξύλινο πώμα και φελλό αποκλείεται να μην ήταν καλό. Κι όντως ήταν αποκάλυψη. Νομίζω ότι ήταν η εποχή που πρωτοέφταναν τα malt στην Ελλάδα.

Πότε είναι η ιδανική ώρα για να πιει κάποιος ουίσκι;
Μετά τη δύση του ηλίου.

Ενώ η ιδανική ώρα για να γράψει κάποιος;
Στην περίπτωσή μου όταν έχει ησυχία στο σπίτι. Για κάποιους άλλους τυχερούς που ζουν ακόμα με το μύθο του Μπουκόφσκι, ίσως μετά τα μεσάνυχτα.

Τι ουίσκι έχετε στη συλλογή σας;
Το κακό με αυτήν τη συλλογή είναι ότι όσο την ανανεώνεις, την πίνεις και χάνεις τα εκθέματα. Αυτήν τη στιγμή έχω Talisker, Grant’s-proof strength, κατευθείαν δηλαδή από το βαρέλι κ.ά. Το αγαπημένο μου είναι το Deanston 17 ετών. Είναι φανταστικό, γλυκόπιοτο, τέλειο! Το συστήνω και στις γυναίκες, που λένε ότι το ουίσκι τους καίει το λαιμό. Ε, λοιπόν, αυτό δεν καίει κανέναν και τίποτα. Επιπλέον μου αρέσει το Bowmore 17 ετών, το Bowmore Cask Strength, όπως και το Macallan, 18 ετών και άνω φυσικά.

Όσο υπάρχει ουίσκι υπάρχει ελπίδα;
Φυσικά. Ωστόσο εγώ πίνω με μέτρο για να πίνω για πάντα.

Πώς φαντάζεστε τον εαυτό σας σε δέκα χρόνια από τώρα;
Πιο διάσημο. Πιο πλούσιο. (γέλια)

Δεν ξέρω. Μακάρι να ζω.

Ουίσκι και λογοτεχνία. Ποιους συγγραφείς ξεχωρίζετε;
Ο κατάλογος είναι τεράστιος. Στην κατηγορία αυτή λατρεύω τον Μπουκόφσκι. Έχει φοβερή αίσθηση χιούμορ. Βέβαια, δε συμμερίζομαι πάντα κάποια μοτίβα που γράφει, όπως στο βιβλίο «Γυναίκες»: «ήπια ένα καφάσι μπίρες και μετά πήγα και την πήδηξα…»

Επίσης, τον Μάλκολμ Λόουρυ με το «Κάτω από το ηφαίστειο», «Το χαμένο Σαββατοκύριακο» του Τσαρλς Τζάκσον, αλλά κι οι σκηνές του ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου μέσα στο γραφείο του με τη γραμματέα απ’ έξω είναι κλασικές.

Είναι βράδυ. Τα παιδιά έχουν κοιμηθεί. Πίνετε ένα ποτήρι malt ουίσκι. Ποια ταινία βάζετε να δείτε;
Το Factotum που μιλάει για τη ζωή του Μπουκόφσκι, με τον Ματ Ντίλον, ή το Sideways που αναφέρεται στο κρασί. Ή τις Διαβολογυναίκες…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ