ARCADE FIRE

Αρθρογράφος: Neil Ridley

The orcadian fire

Το καναδικό συγκρότημα Arcade Fire είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα συγκροτήματα στον κόσμο. Έχει κερδίσει βραβεία Grammy και Brit για το δημοφιλές άλμπουμ του «The Suburbs» και προσελκύει πλήθη θαυμαστών στα εκπληκτικά live του. Ο Neil Ridley συνάντησε το γκρουπ σε δύο εμφανίσεις τους στο Hyde Park του Λονδίνου και το κάστρο του Εδιμβούργου, και μίλησε μαζί τους για την επιτυχημένη καριέρα τους και την αγάπη τους για το ουίσκι.

Eίναι σίγουρο ότι κάποια συγκροτήματα θα μείνουν στην ιστορία επειδή έχουν έναν δικό τους τρόπο και δημιουργούν μουσική που ξεφεύγει από τα κλασικά είδη, τα όρια και, ενίοτε, τα κατεστημένα πρότυπα. Για τους Arcade Fire από το Μόντρεαλ, η ιδέα να θέσουν όρια στην ευρεία αλλά συνάμα πλούσια μουσική δημιουργία τους δεν περνά καν από το μυαλό τους. Μάλιστα, όταν ακούει κανείς την εξέλιξη των ρυθμών και των συναισθημάτων στα τρία πολύ επιτυχημένα τους άλμπουμ, αρχίζει να κατανοεί τι είναι αυτό που τους ωθεί. Στο πρώτο, γεμάτο συναισθήματα άλμπουμ τους, το «Funeral», απλές, αρμονικές φωνητικές μελωδίες συνοδεύονται από λιτές μελωδίες πιάνου και εγχόρδων, τονίζοντας την προσωπική εμπειρία του συγκροτήματος μετά το χαμό αρκετών μελών της οικογένειάς τους.

Το 2006, εγκαταστάθηκαν σε ένα εγκαταλελειμμένο ναό με εκκλησιαστικό όργανο για να ηχογραφήσουν τη δεύτερη δουλειά τους, το «Neon Bible». Ήταν ένα έργο-ύμνος, που σήμερα θεωρείται από πολλούς ένα σύγχρονο κλασικό άλμπουμ. Είναι εξωπραγματική εμπειρία να ακούς το οκταμελές συγκρότημα (με επικεφαλής τον Win Butler και τη σύζυγό του Régine Chassagne) να παίζει ζωντανά το συγκλονιστικό κομμάτι «Intervention». Καθώς οι 65.000 χιλιάδες φαν κατέκλυζαν το ηλιόλουστο Hyde Park στην καρδιά του Λονδίνου για τη συναυλία, ήταν απτή η αίσθηση της συγκίνησης και της προσμονής για το σόου που θα παρουσίαζε τους Arcade Fire στη καλύτερη στιγμή τους.

Όμως αποστολή μου δεν ήταν μόνο να απολαύσω την καταπληκτική συναυλία του συγκροτήματος. Το γκρουπ ζήτησε από εμένα και το συνάδελφό μου Joel Harrison, δημοσιογράφο του ουίσκι, να επιλέξουμε μερικά καλά ουίσκι για το μπαρ των παρασκηνίων την ημέρα της συναυλίας. Και φυσικά εμείς δεν φέραμε αντίρρηση. Εκτός από μερικά από τα πιο αγαπημένα μας dram, σκεφτήκαμε ότι το συγκρότημα δεν θα έλεγε όχι σε ένα Highland Park. Έτσι, αφού ανταλλάξαμε μερικά email και τηλεφωνήματα με τον brand director Gerry Tosh και βάλαμε λίγο τη φαντασία μας να δουλέψει, γεννήθηκε το μοναδικό Hyde Park / Highland Park «Orcadian Fire» 18 ετών, που κυκλοφόρησε σε 75 φιάλες, με το συγκρότημα να βάζει τις τελικές πινελιές στην ετικέτα.

Έπειτα από εντυπωσιακές εμφανίσεις των support συγκροτημάτων Mumford & Sons και Vaccines, με τη δύση του ηλίου, εμφανίστηκαν στη σκηνή οι Arcade Fire, ενώ το κοινό παραληρούσε. Οι πωλήσεις του τελευταίου τους άλμπουμ «The Suburbs» έχουν ξεπεράσει το μισό εκατομμύριο στη Βρετανία. Σε μια εποχή που οι καριέρες φτιάχνονται και καταστρέφονται σε μια νύχτα, είναι όμορφο να βλέπεις πόσο δημοφιλής είναι η μη συμβατική προσέγγιση αυτού του καναδικού συγκροτήματος. Επί σκηνής υπήρχαν ένα εκκλησιαστικό όργανο, μεσαιωνικά hurdy-gurdy, ακορντεόν κι ένα γκλόκενσπιλ, που όλα μαζί έδιναν ένα στυλ μπαρόκ στα νέα κομμάτια.

Καθώς το συγκρότημα κατέβαινε από τη σκηνή και κατευθυνόταν προς το ουίσκι μπαρ για να ξεκινήσει η διασκέδαση, έπιασα συζήτηση με τον ντράμερ Jeremy Gara, ο οποίος ήταν ενθουσιασμένος με τη συναυλία.

«Πήγε πάρα πολύ καλά» είπε γελώντας, καθώς απολαμβάναμε μερικά dram. Παράλληλα, ο Joel κι εγώ αρχίσαμε να φτιάχνουμε τα πρώτα από τα 300 και πλέον κοκτέιλ Orcadian Fire για το συγκρότημα και τους φίλους τους στο after party. Χρησιμοποιήσαμε Cutty Sark, σπιρτόζικο και αρωματικό Fever Free ginger ale, και whisky cask-aged bitters. «Περάσαμε τόσο καλά στη σκηνή. Το κοινό ήταν καταπληκτικό. Το πρόγραμμα ήταν τέλειο και διασκεδάσαμε όλη μέρα με πολλούς φίλους, παλιούς και νέους. Τελικά ήταν μια υπέροχη μέρα» δήλωσε ο Jeremy.

Το «The Suburbs» έχει γίνει παγκόσμια επιτυχία. Ρώτησα τον Jeremy αν η ανταπόκριση του κοινού τους εξέπληξε.

«Για να είμαι ειλικρινής, νομίζω πως πάντα μένουμε έκπληκτοι μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση. Είμαστε πολύ ικανοποιημένοι με το τελικό αποτέλεσμα της σκληρής δουλειάς που κάναμε για να φτιάξουμε το άλμπουμ, αλλά ΠΟΤΕ δεν ξέρεις αν όλα θα πάνε καλά μόλις κυκλοφορήσει και μπει κάτω από το μικροσκόπιο του κοινού. Όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν πολύ ομαλά και είμαστε κατενθουσιασμένοι».

Το πάρτι άρχισε να ανάβει και τα κοκτέιλ Orcadian Fire έκαναν θραύση. Εμείς βρήκαμε την ευκαιρία να ξεκλέψουμε μερικά dram για να τα δοκιμάσει το συγκρότημα, όπως ένα Highland Park 25 Years Old, ένα Yamazaki 18 Years Old, την πρόσφατη κυκλοφορία του Ardbeg Alligator και ένα 2010 Caol Ila Feis Ile single cask bottling.

Ρώτησα τον Jeremy ποια είναι τα αγαπημένα του ουίσκι κι αν το συγκρότημα είχε την ευκαιρία να δοκιμάσει κάτι συναρπαστικό σε αυτή την περιοδεία.

«Δεν είμαστε γεροί πότες, οπότε δεν αγοράζουμε πολύ ουίσκι όταν κάνουμε περιοδεία, γιατί είτε θα μείνει είτε θα το καταναλώσουν όλο κάποιοι από μας! Επίσης, μπορούμε να πάρουμε μαζί μας μόνο μία φιάλη ο καθένας όταν επιστρέφουμε στον Καναδά. Συνήθως έχουμε ένα μπουκάλι Jameson, γιατί αρέσει και σε μας και στους καλεσμένους μας. Κάποιες φορές μας προσφέρουν κάτι πολύ καλό, όπως ένα single malt ή ένα bourbon. Μάλιστα έχει μαθευτεί ότι μας αρέσει το ουίσκι κι έτσι αρκετά συχνά μας χαρίζουν ιδιαίτερα αποστάγματα, πράγμα που δεν μας χαλάει!»

Έπειτα τον ρώτησα αν έχει δοκιμάσει νησιώτικα dram.

«Αυτή την εποχή μου αρέσει το Ardbeg και το Laphroaig. Για να είμαι ειλικρινής, δεν θα είχα πρόβλημα να δοκίμαζα κάποιο απ’ αυτά. Είναι αρκετά δύσκολο να βρεις σκωτσέζικο ουίσκι στον Καναδά. Βρίσκεις μια καλή αλλά πολύ περιορισμένη γκάμα σε κάβες, όμως οι τοπικές αρχές ελέγχουν τα πάντα. Προσωπικά πειραματίζομαι με νέα ποτά μόνο αν βρω κάποιο καλό μαγαζί duty-free καθώς επιστρέφω στην πατρίδα».

Το συγκρότημα αναχώρησε για εμφανίσεις στην Ευρώπη και μετά επέστρεψε στη Βρετανία για ένα τελευταίο live στο κάστρο του Εδιμβούργου, ενώ τα εισιτήρια είχαν ήδη εξαντληθεί. Η συναυλία έκλεισε με κανονιοβολισμούς από τις επάλξεις του κάστρου, που σηματοδότησαν και την εκρηκτική πορεία του συγκροτήματος τους τελευταίους 18 μήνες. Μετά βγήκαμε για να το γιορτάσουμε με κοκτέιλ (καθώς και ένα τέλειο whisky punch) σε ένα από τα καλύτερα μπαρ της πόλης, το Bon Vivant. Ρώτησα τον Jeremy για τα μελλοντικά σχέδιά τους, τώρα που τέλειωσε η συναυλία. «Χαιρόμαστε που κάνουμε ένα διάλλειμα» είπε γελώντας. «Έτσι θα επανασυνδεθούμε με την καθημερινότητά μας, μακριά από τις περιοδείες, και θα ριχτούμε και πάλι στη δουλειά. Φτιάχνουμε ένα μικρό στούντιο, ένα μέρος για πρόβες, που θα είναι πολύ ζεστό. Ανυπομονούμε να το δοκιμάσουμε και να δούμε πώς θα πάνε τα πράγματα».

Ένα είναι σίγουρο. Όσο μικρό κι αν είναι το στούντιο, πάω στοίχημα ότι μέσα απ’ αυτό θα βγει ένας μεγάλος δίσκος που θα αλλάξει και πάλι τα πράγματα, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι οι Arcade Fire πραγματικά δεν έχουν όρια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ