Glossary

Age

[ηλικία]
Η ηλικία που αναγράφεται σε μια φιάλη ουίσκι και αναφέρεται στην ηλικία του νεότερου ουίσκι της πρόσμειξης.

Ageing

[ωρίμανση] Το ουίσκι ωριμάζει σε δρύινα βαρέλια. Παύει να ωριμάζει όταν εμφιαλωθεί.

Angels' share

[το μερίδιο των αγγέλων]
Το ποσοστό αλκοόλ που εξατμίζεται από τα βαρέλια κατά την περίοδο ωρίμανσης. Συνήθως είναι περίπου 2% το χρόνο, αλλά σε θερμότερες χώρες, όπως η Αμερική, το ποσοστό αυτό είναι μεγαλύτερο.

Beading

[φυσαλίδες]
Ένας σύντομος αλλά όχι τόσο αξιόπιστος τρόπος υπολογισμού της αλκοολικής δύναμης του ουίσκι. Όταν ανακινούμε μια φιάλη εμφανίζονται μικροσκοπικές φυσαλίδες. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αλκοολικός βαθμός του ουίσκι τόσο πιο μεγάλες είναι οι φυσαλίδες και τόσο πιο πολύ διαρκούν.

Blended Scotch

Το ουίσκι αυτό συνδυάζει blended malt (μείγμα από δύο ή περισσότερα single malt) και grain ουίσκι (φτιαγμένο από άλλα δημητριακά και κριθάρι). Οι αναλογίες είναι συνήθως 40% malt και 60% grain ουίσκι. Ένα καλής ποιότητας μείγμα περιέχει malt σε ποσότητα μεγαλύτερη του 40%, ενώ ένα πιο φτηνό περιέχει μικρότερη ποσότητα. Μπορεί να προστεθούν πολλά διαφορετικά malt για να αυξήσουν την ποσότητά του αλλά και να του προσδώσουν την τελική γεύση του (top dressing).

Blending

Τα blended ουίσκι είναι μείγμα grain ουίσκι και malt (ή bourbon, ή σίκαλης, ανάλογα με τη χώρα προέλευσης). Στον Καναδά, 9,09% του μείγματος είναι ουίσκι από άλλες χώρες ή και απόσταγμα φρουτοχυμών.

Cask

[βαρέλι]
Τα βαρέλια παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της γεύσης και του χρώματος του ουίσκι. Για την ωρίμανση απαιτούνται βαρέλια που θα δίνουν μεν μια χαρακτηριστική γεύση, αλλά όχι ένα έντονο ξυλώδες άρωμα που θα κυριαρχεί. Χρησιμοποιούνται κυρίως δύο τύποι βαρελιών: αυτά που προηγουμένως περιείχαν Oloroso sherry, και αυτά που περιείχαν bourbon και είναι κατασκευασμένα από αμερικάνικη δρυ. Κάποια αποστακτήρια χρησιμοποιούν καινούργια βαρέλια, άλλα τα ανακατασκευάζουν από επιλεγμένες βαρελοσανίδες που προέρχονται από διάφορα μέρη.
Το βαρέλι πολλές φορές καβουρδίζεται πριν χρησιμοποιηθεί. Αυτή η διαδικασία βοηθά να απελευθερωθεί η βανιλίνη από το ξύλο. Ποτέ δύο βαρέλια δεν είναι ίδια. Ένα μπορεί να δημιουργήσει εξαιρετικό ουίσκι και να ξαναγεμιστεί, ενώ ένα άλλο μπορεί να δώσει ξυλώδη οσμή στο ουίσκι από το δεύτερο μόλις γέμισμα. Τα δρύινα βαρέλια που χρησιμοποιούνται για την ωρίμανση του ουίσκι κατασκευάζονται σε μια μεγάλη ποικιλία μεγεθών: Butt των 500 λίτρων, Hogshead των 250-305 λίτρων, αμερικανικά των 173-191 λίτρων, Quarter των 127-159 λίτρων και Octave των 45-68 λίτρων. Καινούργια βαρέλια χρησιμοποιούνται σπάνια. Προτιμούνται τα βαρέλια που περιείχαν προηγουμένως bourbon, τα οποία είναι κατασκευασμένα από αμερικανική δρυ, και τα βαρέλια που περιείχαν sherry, συνήθως Oloroso, τα οποία είναι κατασκευασμένα από ισπανική δρυ. Αυτοί οι δύο τύποι βαρελιών δίνουν στο παλαιωμένο ουίσκι πρόσθετα χαρακτηριστικά. Τα βαρέλια ανακατασκευάζονται ή συντηρούνται σε ειδικό βαρελοποιείο. Την πρώτη φορά που χρησιμοποιούνται για την ωρίμανση του ουίσκι ονομάζονται first fill casks. Συνήθως υπάρχουν βαρέλια που γεμίζονται δύο και τρεις φορές και ονομάζονται second fill ή third fill casks. Ένα βαρέλι έχει διάρκεια ζωής 30-40 χρόνια, ίσως και περισσότερα, πέρα από τα χρόνια που χρησιμοποιήθηκε για την ωρίμανση sherry ή bourbon. Από το 1916, όλα τα σκωτσέζικα ουίσκι πρέπει να ωριμάζουν σε δρύινα βαρέλια για τουλάχιστον 3 χρόνια. Η δρυς μπορεί να είναι αμερικανική, γαλλική ή ισπανική και το βαρέλι να είναι καινούργιο ή να περιείχε προηγουμένως κάποιο άλλο ποτό. Μερικά βαρέλια, όπως αυτά που χρησιμοποιήθηκαν για να μεταφερθεί sherry από την Ισπανία στη Βρετανία, ή τα αμερικανικά βαρέλια από bourbon (τα οποία βάσει νόμου επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν μόνο μια φορά) δίνουν μια πολύ ενδιαφέρουσα δική τους νότα στο ουίσκι. Έτσι, αυτό που ξεκίνησε ως ανάγκη συμμόρφωσης στο νόμο και μείωσης του κόστους, κατέληξε να είναι μια πολύ σημαντική βελτίωση. Στις μέρες μας στη Βρετανία η χρήση βαρελιών από sherry για την παλαίωση του ουίσκι συνεχίζεται αμείωτη. Κάποια αποστακτήρια έχουν διευρύνει το πρόγραμμα ωρίμανσής τους, έτσι ώστε να περιλαμβάνει παλαίωση σε βαρέλια από ρούμι, πόρτο, μπράντι ακόμη και Madeira.

Cask Strength

[αλκοολικοί βαθμοί του ουίσκι στο βαρέλι]
Το ουίσκι εμφιαλώνεται στους αλκοολικούς βαθμούς που είχε όταν παλαίωνε στο βαρέλι, χωρίς να αραιωθεί με νερό. Στην πραγματικότητα, τα περισσότερα ουίσκι αραιώνονται και ελάχιστα διατηρούν σταθερούς τους αλκοολικούς τους βαθμούς.

Charring

[κάψιμο των βαρελιών]
Μέρος της διαδικασίας κατασκευής ενός νέου βαρελιού είναι και το κάψιμο του εσωτερικού του. Η πρακτική αυτή προσδίδει αρώματα και χρώμα στο απόσταγμα. Το κάψιμο είναι επίσης μια διαδικασία που εφαρμόζεται και στα παλαιά βαρέλια, για να αναγεννηθούν και να παραταθεί ο χρόνος χρήσης τους.

Cut

Το μεσαίο τμήμα του αποστάγματος που βγαίνει από τον άμβυκα (spirit still). Το cut είναι το καλύτερο μέρος του αποστάγματος, το οποίο εν συνεχεία μεταγγίζεται σε βαρέλια.

Distillation

[απόσταξη]
Η διαδικασία ατμοποίησης ενός αλκοολούχου υγρού με τη θέρμανση και η επακόλουθη υγροποίησή του για τη συγκέντρωση του αλκοόλ.

Dram

Ένα ποτήρι ουίσκι στη Σκωτία, αλλά και παραδοσιακή μονάδα μέτρησης του ουίσκι.

Enzymes

[ένζυμα]
Ενώσεις των δημητριακών που παράγονται στο στάδιο της βλάστησης του καρπού.

Feints και Foreshots

Δύο όροι που αναφέρονται στην απόσταξη των single malt. Τα feints είναι οι ανεπιθύμητες αναθυμιάσεις από την πρώτη απόσταξη του προϊόντος. Τα foreshots είναι οι πρώτοι ακατέργαστοι συμπυκνωμένοι ατμοί της δεύτερης απόσταξης. Τόσο τα feints όσο και τα foreshots αφαιρούνται, προστίθενται στα low wines (το προϊόν της πρώτης απόσταξης στον αποστακτήρα pot still) και υφίστανται εκ νέου απόσταξη.

Foreshots

[οι πρώτοι συμπυκνωμένοι υδρατμοί της απόσταξης]
Είναι γνωστοί και με τον όρο «heads». Τα foreshots είναι το πρώτο οινόπνευμα που βγαίνει από τον αποστακτήρα. Έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ (75-80 αλκοολικοί βαθμοί), περιέχουν πολλές πτητικές ενώσεις και υφίστανται δεύτερη απόσταξη.

Grain whisky

[ουίσκι από διάφορα δημητριακά]
Παράγεται από σιτάρι ή καλαμπόκι σε αποστακτήρα συνεχούς λειτουργίας (continuous still).

Grain Whisky

Ουίσκι που παράγεται από σιτάρι ή καλαμπόκι σε αποστακτήρα συνεχούς απόσταξης (continuous still).

High wines

[υψηλά κρασιά]
Το προϊόν της πρώτης απόσταξης, που παράγεται είτε με ασυνεχή απόσταξη σε παρτίδες (batch distillation) είτε με απόσταξη σε χάλκινο άμβυκα (pot still distillation). Τα high wines αποστάζονται ξανά σε αποστακτήρες δεύτερης απόσταξης.

Irish Malt Whiskey

[ιρλανδέζικο malt whiskey]
Το ιρλανδέζικο malt whiskey παράγεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και το σκωτσέζικο. Η μόνη διαφορά είναι ότι το ιρλανδέζικο είναι συνήθως τριπλής απόσταξης. (Προσέξτε ότι όταν αναφερόμαστε στα αμερικανικά και ιρλανδέζικα ουίσκι γράφουμε τη λέξη whiskey» με κατάληξη –ey, ενώ όταν αναφερόμαστε στα ουίσκι της Σκωτίας και του Καναδά τη γράφουμε με κατάληξη –y).

Jigger

Αμερικανική μονάδα μέτρησης αλκοολούχων ποτών που ισούται με 44,5 ml ή απαρχαιωμένος όρος για το παράνομο αποστακτήριο.

Kectucky Whiskey

Ουίσκι που έχει τις ίδιες αναλογίες καλαμποκιού και περιεκτικότητας αλκοόλ, αλλά ωριμάζει σε βαρέλια που έχουν χρησιμοποιηθεί ξανά.

Kilning

[ξήρανση]
Στο στάδιο της βυνοποίησης, η διαδικασία κατά την οποία διακόπτεται η βλάστηση του κριθαριού για να μη χαθεί το άμυλο από τον καρπό.

Low wines

[χαμηλά κρασιά]
Το προϊόν που παράγεται στους αποστακτήρες πρώτης απόσταξης που ονομάζονται wash stills. Το υγρό που προκύπτει έχει περιεκτικότητα σε οινόπνευμα περίπου 21%.

Lowlands

Μία από τις τέσσερις περιοχές της Σκωτίας που παράγουν ουίσκι. Βρίσκεται νότια του τεκτονικού ρήγματος των Highands, μια νοερή γραμμή που ενώνει το Dundee με τη Γλασκώβη. Υπάρχουν τέσσερα διαμερίσματα στην περιοχή των Lowlandsi: Τα δυτικά Lowlands που περιλαμβάνουν τα αποστακτήρια γύρω και βορειοδυτικά από τη Γλασκώβη. Τα κεντρικά Lowlands που περιλαμβάνουν τα αποστακτήρια μεταξύ της Γλασκώβης, του Εδιμβούργου και της περιοχής βόρεια από το Εδιμβούργο. Τα ανατολικά Lowlands που περιλαμβάνουν τα αποστακτήρια ανατολικά και νοτιανατολικά του Εδιμβούργου.
Τα Borders (σύνορα) που περιλαμβάνουν τα αποστακτήρια στο νότιο τμήμα της περιοχής των Lowlands, στα σύνορα με την Αγγλία, και γύρω από το Girvan και το Dumfries. Στην περιοχή αυτή, χρησιμοποιούσαν τη μέθοδο τριπλής απόσταξης,
που παράγει ένα ελαφρύτερο ουίσκι. Το Auchentoshan και το Rosebank είναι παραδείγματα ουίσκι τριπλής απόσταξης: αρωματικά, λουλουδένια, με φρουτώδεις νότες. Είναι σπάνιο πια να βρει κανείς ένα αποστακτήριο malt σε λειτουργία στα Lowlands. Όλα έκλεισαν σιγά σιγά· το Rosebank και το Bladnoch το 1993, το Linlithgow το 1983, το Inverlevenin το 1992, το Kinclaith το 1975 και
το Ladyburn λειτούργησε μόνο δέκα χρόνια. Ωστόσο, η διαχωριστική γραμμή που αναφέραμε είναι μόνο γεωγραφική. Κάποια αποστακτήρια των Lowlands κοντά στα σύνορα με τα Highands επιδεικνύουν χαρακτηριστικά των Highands και
το αντίστροφο.

Malt, Malty

[βύνη, βυνοποιημένο]
Αναφέρεται στο άρωμα και τη γεύση του βυνοποιημένου κριθαριού. Ωστόσο, η λέξη «malt» χρησιμοποιείται και ως συντόμευση του «Single Malt Scotch Whisky».

Marrying

[πάντρεμα]
Μετά την ανάμιξη των διαφόρων blend και πριν την εμφιάλωση, το ουίσκι αφήνεται σε μεγάλα δοχεία για να συνενωθούν τα αρώματα. Η διαδικασία αυτή είναι πλέον σπάνια.

Mouthfeel

Η αίσθηση που δημιουργεί το malt στο στόμα. Αναφέρεται κυρίως στο πώς αντανακλώνται οι φυσικές ιδιότητες του malt στο στόμα. Ωστόσο, η αίσθηση αυτή μπορεί να καθοριστεί και από τα αρώματα του malt.

Noser

[δοκιμαστής]
Σε εταιρεία παραγωγής ουίσκι, το άτομο που ελέγχει τα διάφορα ουίσκι μυρίζοντάς τα.

Organic whisk(e)y

[βιολογικό ουίσκι]
Το ουίσκι που παρασκευάζεται από δημητριακά στα οποία δεν έχουν χρησιμοποιηθεί λιπάσματα, εντομοκτόνα και ζιζανιοκτόνα.

Peat

[τύρφη]
Συμπιεσμένο χώμα που έχει δημιουργηθεί από αποσυντεθειμένους φυτικούς οργανισμούς. Βγαίνει από τυρφώνες και χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη.

Peated Malt

Malt ουίσκι με άρωμα καπνού που προέρχεται από την επεξεργασία του κριθαριού με τύρφη.

Quaich

Κέλτικη κούπα με δύο λαβές.

Rye Whiskey

[ουίσκι από σίκαλη]
Ουίσκι που παρασκευάζεται από τουλάχιστον 51% σίκαλη. Η παραγωγή του είναι παρόμοια με εκείνη του bourbon.

Single barrel whisk(e)y

Ουίσκι που εμφιαλώνεται από ένα και μοναδικό βαρέλι, και αποστάζεται σε ένα μόνο αποστακτήριο.

Single Malt Whisky

Malt ουίσκι που προέρχεται από ένα αποστακτήριο.

Smoke, Smokey

[καπνός, καπνιστό]
Παραπέμπει στο άρωμα του καπνού. Ορισμένες φορές, πρόκειται για τυρφώδη καπνό, ενώ άλλες φορές θυμίζει φωτιά σε παραλία, φωτιά από φύλλα, φωτιά από τζάκι, καπνό από τσιγάρο, καπνό από πίπα, ή κάτι άλλο.

Tennessee Whiskey

Η διαδικασία παραγωγής του είναι παρόμοια με αυτήν του bourbon, αλλά το Tennessee Whiskeyi φιλτράρεται με τη χρήση sugar-maple charcoal (κάρβουνο από σφένδαμο). Δεν είναι κάτι που επιβάλλεται από το νόμο, αλλά είναι η μέθοδος με την οποία παράγεται σήμερα το Tennessee Whiskey.

The whisky year

[η χρονιά-κύκλος λειτουργίας του αποστακτηρίου]
Πολλά αποστακτήρια ξεκίνησαν να λειτουργούν μέσα σε αγροκτήματα. Η εποχή της απόσταξης είναι μετά το θέρος και συνεχίζεται έως τα τέλη Απριλίου. Τον κύκλο αυτόν ακολουθούσαν όλα τα αποστακτήρια μέχρι πρόσφατα, ενώ ακόμη και σήμερα υπάρχει μια «σιωπηλή σεζόν», συνήθως τον Αύγουστο, κατά την οποία πολλά αποστακτήρια είναι κλειστά.

Top Dressings

Malt εξαιρετικής ποιότητας που χρησιμοποιείται για να τελειοποιήσει ένα blended ουίσκι και να του δώσει περισσότερο βάθος και χαρακτήρα.

Uisge beatha

Κέλτικη φράση που σημαίνει «νερό της ζωής». Η συμπροφορά των δύο λέξεων με τον καιρό έδωσε τη λέξη «whisky».

Vatted Grain

Όρος που χρησιμοποιείται σπάνια στις μέρες μας. Είναι ουίσκι που παράγεται από την πρόσμειξη δύο ή παραπάνω (το πολύ έξι) grain ουίσκι που προέρχονται από δύο ή περισσότερα αποστακτήρια. Το vatting (φύλαξη σε βαρέλια) ενός μείγματος από πολλά grain ουίσκι –του ίδιου αποστακτηρίου, αλλά διαφορετικής ηλικίας το καθένα– συνήθως ονομάζεται «single grain». Η ηλικία του single grain αναφέρεται στο νεότερο απόσταγμα του μείγματος.

Vatted Malt

Δημιουργείται από την πρόσμειξη malt διαφορετικών αποστακτηρίων. Το ουίσκι αυτό δεν περιέχει καθόλου grain whisky.

Wash

Το αλκοολούχο υγρό από το οποίο παράγεται το ουίσκι μέσω της απόσταξης.

Wheated Bourbon

[όρος των ΗΠΑ]
Περιγράφει το bourbon που παράγεται από μείγμα δημητριακών (mash bill), το οποίο περιέχει σιτάρι αντί για σίκαλη.

Worm

Σπειροειδής χάλκινος σωλήνας μέσα στον οποίο υγροποιούνται οι υδρατμοί του αποστακτήρα.

Yield

[παραγωγή]
Το τελικό προϊόν που υπολογίζεται σε ποσότητα καθαρού οινοπνεύματος ανά τόνο βύνης.

Zymase

[ζυμάση]
Ένζυμο της μαγιάς που προκαλεί ζύμωση. Στην πραγματικότητα η ζυμάση είναι μείγμα ενζύμων, κάθε ένα από τα οποία παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία παραγωγής του οινοπνεύματος.