MIKPOZYΘOΠOIIEΣ

Ο τελευταίες μέρες του Αυγούστου στη Σαντορίνη είναι μαγευτικές. Ο ήλιος και η ηρεμία αγκαλιάζουν τα κατάλευκα σοκάκια της. Στην τελευταία μου βόλτα πριν φύγω από το νησί, απολάμβανα τη μοναδικότητα του αρχιτεκτονικού τοπίου από ένα μαγαζί ψηλά στα Φηρά. Όλα ήταν στη θέση τους, όπως ταιριάζουν μεταξύ τους τα κομμάτια ενός παζλ. Η επιθυμία μου ήταν να πάρω αυτήν την εικόνα μαζί μου για τη νέα χρονιά, και να ξεδιψάσω με κάτι γευστικό και δροσερό. Αναζήτησα, λοιπόν, τη συντροφιά μιας μπίρας. Ο σερβιτόρος μού πρότεινε τη Volkan. «Είναι νέα σαντορινιά μπίρα, από το νησί μας», μου είπε με περηφάνια. Μια ακόμη νεοεισαχθείσα ελληνική μπίρα, κι εγώ ένιωσα τη χαρά του. Τη δοκίμασα και, μαζί με την εικόνα, πήρα μαζί μου τη γεύση και τα αρώματα του νησιού, προσφορά της Volkan, σε κάθε της γουλιά.

Αυτό είναι η μικροζυθοποιία· μικρή τοπική παραγωγή που, με τις ιδιαίτερες και επιλεγμένες πρώτες ύλες της, σου δίνει τη δυνατότητα να πειραματιστείς, να δοκιμάσεις και να δημιουργήσεις ένα προϊόν με προσωπικότητα και χαρακτήρα, ένα προϊόν που εκπροσωπεί επάξια τον τόπο προέλευσης του.

Το παγκόσμιο κίνημα του μικρόκοσμου της ζυθοποιίας δεν είναι καινούργιο. Πρωτοεμφανίστηκε τη δεκαετία του ’70 στη Μεγάλη Βρετανία. Μια δεκαετία περίπου αργότερα, εισχώρησε στην Αμερική, και μετά πήρε φόρα και υιοθετήθηκε από όλο τον κόσμο, ακόμη και τον πιο οινοκρατούμενο. Τα μικρά καζάνια και οι περιορισμένες δεξαμενές σε ζυθεστιατόρια, pub και λιλιπούτεια ζυθοποιεία ζύμωσαν την επανάσταση, με μπίρες που ξέφευγαν πολύ από τις ξανθές τής μαζικής κατανάλωσης και της εμπορικής κυκλοφορίας. Χαρακτηριστικό τους τα χρώματα μιας πλούσιας και ζωντανής παλέτας, αλλά και χιλιάδες γήινα αρώματα, μπαχαρικά, φρούτα και λουλούδια.

Σε εμάς, η κουλτούρα της περιορισμένης και ελεγχόμενης παραγωγής μπίρας καθυστέρησε. Οι πρώτοι αφροί και το πρώτο ποτήρι από ελληνική μικροζυθοποιία σερβιρίστηκε –μετά από δυσκολίες με τη νομοθεσία και τη γραφειοκρατία– από τον Παύλο Εμμανουηλίδη το 1997, στο ζυθεστιατόριό του στην πλατεία Χαλανδρίου. Ακόμη θυμάμαι να περνάω απ’ έξω και να κοιτάω με απορία τις δεξαμενές που λειτουργούσαν μέσα στο εστιατόριο. Εκεί δοκίμασα την πρώτη ελληνική κόκκινη καπνιστή μπίρα. Ο δικός μου προσηλυτισμός σε ένα ποτό που ξαφνικά ανακάλυψα ότι έχει αρώματα καραμέλας, καφέ, σοκολάτας, κόκκινων και μαύρων φρούτων ήταν πια γεγονός. Η αλλαγή της χιλιετίας αυτόματα σήμανε και την αλλαγή στα εγχώρια δεδομένα μπίρας. Οι ελληνικές μικροζυθοποιίες άρχισαν να ξεφυτρώνουν παντού και, όπως φαίνεται, σε έδαφος αρχικά δύσκολο, αλλά πρόσφορο, με δυνατότητες γόνιμες και επεκτατικές.

Στα βήματα των ελληνικών μικροζυθοποιείων
Η ιστορία τους είναι σαν παραμύθι· καθηγητές, φαρμακοποιοί, μαθηματικοί, επιχειρηματίες, εγώ θα πρόσθετα τυχοδιώκτες, τολμηροί, ονειροπόλοι, έκαναν πραγματικότητα ένα αφρώδες ρίσκο. Η συζήτηση που έκανα μαζί τους, με τον κάθε έναν ξεχωριστά, είχε έναν κοινό παρανομαστή: το πάθος για το ιδιαίτερο ζυθογλεύκος που σιγοβράζει. Η ιστορία τους πάντα αρχίζει κάπως έτσι: «Ξεκινήσαμε γιατί θέλαμε ο έλληνας καταναλωτής να έχει την επιλογή και την ευκαιρία να γευτεί ποιοτικά και διαφορετικά πράγματα από αυτόν τον μπιρένιο κόσμο, που έχει τόσο βάθος και ποικιλία, τόσα αρώματα και γεύσεις αλλά και τόσες δυνατότητες να εκφράσει και να αναδείξει την τοπικότητα του κάθε ελληνικού προορισμού, συμβάλλοντας στην οικονομία, τον τουρισμό και την ελληνική εμπειρία».

Αυτό το ταξίδι θα κάνουμε μαζί! Θα μεταφερθούμε στη Μεσσηνία, την Κρήτη, την Εύβοια, την Αθήνα, τον Πειραιά, το Άργος, τη Ρόδο, την Κέρκυρα και τη Σαντορίνη και σε αυτό το ζυθοχάρτη θα δοκιμάσουμε τις ελληνικές μπίρες σερβιρισμένες από τους ίδιους τους εμπνευστές τους.

Νέδα, η Μεσσηνιακή
Κινούμαστε στη λεωφόρο Καλαμάτας με κατεύθυνση προς Πήλο. Λίγο πριν την πόλη της Μεσσήνης, σε μια καταπράσινη περιοχή, ξεπροβάλει το νεόχτιστο ζυθοποιείο του Διονύση Χατζόπουλου και της Μαρίας Αναστασιάδου. Ο Διονύσης ζούσε στην Αμερική, τη δεκαετία του ’20. Κάποτε βρέθηκε σε ένα μπαρ που ζυθοποιούσαν. Αυτή η εικόνα δεν του έφυγε ποτέ· μπήκε σαν μικρόβιο, και από τότε ήξερε ότι όταν θα γύρναγε στην Ελλάδα θα έκανε κι αυτός το ίδιο. Την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό του την κράτησε. Γύρισε, και με παρότρυνση της γυναίκας του, επέστρεψε στον τόπο καταγωγής τους, τη Μεσσήνη, κι εκεί γεννήθηκε η Νέδα. Η περιγραφή του Διονύση είναι ενδιαφέρουσα και ζωντανή. Θυμάται ότι όταν ήταν μικρός και πήγαινε να αγοράσει διάφορα προϊόντα στα ράφια, επικρατούσε το μονοπώλιο. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει, οι επιλογές είναι πολλές για όλα τα προϊόντα, ακόμη και την μπίρα. Οι καταναλωτές ψάχνουν κάτι διαφορετικό, και σε αυτούς παρουσιάζουν τη Νέδα τους. Κούνησα τη Νέδα στο ποτήρι μου και μου ήρθε αυτόματα η αίσθηση δροσιάς και φρεσκάδας. Τη γεύτηκα. Ευκολόπιοτη, νεαρή και ευχάριστη, μαρτυρά τις καλές πρώτες ύλες, την παρουσία του λυκίσκου, την έλλειψη συντηρητικών και τη σωστή ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα για να μη φουσκώνει και να μη ζαλίζει. Πήρε το όνομα της από το μοναδικό θηλυκό ποτάμι τής Μεσσηνίας, τη Νέδα, με τους αναζωογονητικούς καταρράκτες, και της ταιριάζει απόλυτα!
info: www.nedabeer.gr
προϊόντα: Lager

Corfu, η Κερκυραϊκή
Από το μελωδικό νησί του Ιονίου με την έντονη γαστρονομική σφραγίδα δεν θα μπορούσε να λείπει η δική του μπίρα. Αυτή ήταν η πρώτη κουβέντα που μου είπε ο Σπύρος Καλούδης, ο δημιουργός του κερκυραϊκού ζυθοποιείου, που βρίσκεται στο χωριουδάκι Αρίλλα, δίπλα σε μια από τις πιο όμορφες και βραβευμένες παραλίες του κόσμου. Ένας πρόσχαρος άνθρωπος, μου μιλάει με τόσο πάθος για το εγχείρημα του, που δεν τον προλαβαίνω. Για εκείνον, οι μικροζυθοποιίες είναι σαν τα μικρά gourmet εστιατόρια, στα οποία κάθε υλικό είναι προσεγμένο –σε αντίθεση με τις βιομηχανίες της μπίρας, που θυμίζουν μεγάλες εμπορικές αλυσίδες έτοιμου φαγητού. Εύχεται η Ελλάδα να γεμίσει μικροζυθοποιίες σε κάθε γωνία της. Στα 500 τμ του δικού του ζυθοποιείου, η δυναμική τής παραγωγής αγγίζει τους 40 τόνους. Οι πρώτες ύλες είναι όλες εισαγωγής. Εισάγονται έξι διαφορετικές βύνες και μια μεγάλη ποικιλία λυκίσκων για να γίνονται οι απαραίτητοι πειραματισμοί. Οι μπίρες είναι φρέσκες, αφιλτράριστες, ώστε να προσφέρουν όλα τα καλά των δημητριακών και του λυκίσκου, όπως οι πρωτεΐνες και η βιταμίνη B. Η παραγωγή αφορά τις Real Ale. Ο διαχωρισμός έγινε αρχικά από τους Άγγλους σε μπίρες Ale και Real Ale, για να διακρίνονται οι βιομηχανικές μπίρες από τις φυσικές. Στις τέσσερις μπίρες που παράγει η οικογένεια Καλούδη αναμιγνύονται κερκυραϊκά υλικά, μέλι, λουλούδια, άνθη και βότανα. Η ναυαρχίδα, και αυτή που ξεχωρίζω, είναι η Ionian Epos. Από πίσω της κρύβεται η Οδύσσεια, όταν ο Οδυσσέας έλαβε από τον Αλκίνοο τον «κρίθινο οίνο». Πέρα από την ιστορία της, η μπίρα αυτή αναβιώνει παιδικές μνήμες μέσα από τα αρώματα βοτάνων, ντόπιων λουλουδιών και μελιού.
info: www.corfubeer.com
προϊόντα: Royal Ionian, Real Ale Bitter, Ionian Epos, Real Ale Special

Volkan, η Σαντορινιά
Η ηφαιστειακή μπίρα της Σαντορίνης ήταν το έναυσμα και το ερέθισμα για το ταξίδι μου στους ελληνικούς αφρούς. Κυκλοφόρησε στην αγορά στις 15 Αυγούστου. Πίσω από τις δυο εκρηκτικές ετικέτες, την ξανθή Pilsner και τη σκουρόχρωμη Weiss, βρίσκεται ο κύριος Νομικός, ένας σαντορινιός απόγονος πέντε γενεών οινοποιών, που ζούσε στο Λονδίνο. Δεν μπορεί ένα νησί με τόσο σπάνια προϊόντα να μην έχει μπίρα. Έκανε έρευνα και κατέληξε σε δυο τύπους, που κρύβουν μέσα τους το μοναδικό μέλι της Σαντορίνης, συνδυασμένο με το κίτρο της Νάξου. Τα δυο συστατικά είναι ευδιάκριτα σε κάθε γουλιά και κάνουν τις μπίρες αυτές ξεχωριστές. Στόχος του είναι να μαθευτεί η μπίρα και πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας, και να δοκιμάσουν οι ξένοι τη μοναδικότητα του τόπου του. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι η Volkan είναι ένα από τα πιστοποιημένα προϊόντα της κίνησης Greece Debt Free™ (GDF™), προσφέροντας το 50% των κερδών της για την αποπληρωμή του ελληνικού χρέους.
info: www.volkanbeer.com
προϊόντα: Pilsner, Weiss (Black)

Septem, η Ευβοιώτισσα
Δυο νέα παιδιά μάς μίλησαν για το αγαπημένο τους μότο: «Κάθε μέρα έχει τη γεύση της». Το υποστήριξαν δε δημιουργώντας το 2007 τη Septem, που στα Λατινικά σημαίνει «επτά». Μια διαφορετική μπίρα για κάθε μέρα της εβδομάδας. Έχουν ήδη κυκλοφορήσει η Monday (Pilsner), η Friday (Pale Ale) και η Sunday (Honey Golden Ale). Για τον Σοφοκλή Παναγιώτου, που είναι οινολόγος, η ενασχόληση με την μπίρα ήταν η μεγάλη του επιθυμία. Η μπίρα γι’ αυτόν έχει πολλές ομοιότητες με το κρασί, αλλά και πολλές διαφορές. Το μεγάλο της πλεονέκτημα είναι ότι μαζί της μπορείς να ζεις κάθε μέρα τον τρύγο και να πειραματίζεσαι. Αυτό που μου έκανε εντύπωση, εκτός από τον υπερσύγχρονο χώρο, είναι η διαδικασία παραγωγής. Λαμβάνονται όλα τα μέτρα ώστε να προστατεύεται και να αναδεικνύεται το άρωμα. Ό,τι είναι το σταφύλι για το κρασί, είναι για τον Σοφοκλή Παναγιώτου ο λυκίσκος. Χρησιμοποιεί ολόκληρα τα φύλλα του και όχι τις συνηθισμένες επεξεργασμένες μορφές pellet. Η αδυναμία του στο λυκίσκο είναι έκδηλη. Φροντίζει πάντα να αναγράφεται στο μπουκάλι ο ιδιαίτερος τύπος του, αλλά κυρίως έχει ξεκινήσει μια πειραματική καλλιέργεια. Η προσπάθεια καλλιέργειας λυκίσκου στη χώρα μας είναι κάτι εντελώς καινούργιο και σίγουρα θα δημιουργήσει έναν νέο πυρήνα και θα δώσει νέα ώθηση στην τοπική αγορά. Οι ανησυχίες όμως για τους δημιουργούς της Septem δεν τελειώνουν εδώ. Έχουν εφαρμόσει ένα πιλοτικό πρόγραμμα για την κατασκευή ενός νέου χώρου δοκιμής και προβολών, ετοιμάζουν τους δύο νέους τύπους μπίρας που θα βγουν στην αγορά και οργανώνονται για να ξεπεράσουν την παραγωγική δυναμικότητα του 2011, που υπολογίζεται στις 300.000-350.000 φιάλες. Αγαπημένη μου ετικέτα, που πρόσφατα απόλαυσα σε γερμανικό εστιατόριο παρέα με σπέτλε, καραμελωμένα κρεμμύδια και μοσχαράκι, είναι η μελένια και κρεμώδης Golden Ale.
info: www.septem.gr
προϊόντα: Pilsner, Pale Ale, Honey Golden Ale

Ζέος, η Αργίτισσα
Γυρνάμε στην Πελοπόννησο, σε μια από τις πιο φολκλόρ ελληνικές μπίρες. Το μπουκάλι της είναι στολισμένο με την ελληνική σημαία, ενώ κάπου αναγράφεται το «όπα». Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, ο κ. Ντέιβιντ Γουντ από τον Καναδά, υποστηρίζει απόλυτα αυτήν την εμφάνιση και τις επιτυχίες της στο εξωτερικό. Όταν κάποιος ξεπεράσει την εικόνα και δοκιμάσει τη Ζέος, από επικριτής γίνεται οπαδός. Ο Ντέιβιντ ήρθε στην Ελλάδα το 2000, για την παραγωγή της. Ένα ζευγάρι Ελλήνων από το Άργος τον βρήκε στον Καναδά, όπου εργαζόταν ως ζυθοποιός και του ζήτησε να έρθει στην Ελλάδα να τους βοηθήσει. Αρχικά, λοιπόν, ήρθε για να τους υποστηρίξει, αλλά τελικά έμεινε. Τον κράτησε η χώρα αλλά και η Ζέος. Εγώ όμως πιστεύω ότι τον κράτησε το ζυθοποιείο και το τοπίο γύρω απ’ αυτό. Είναι, βλέπετε, περιτριγυρισμένο από μυρωδάτα πορτοκαλόδεντρα και βρίσκεται στον Ηνίοχο, ένα χωριουδάκι έξω από το Άργος. Προς το παρόν, το ζυθοποιείο παράγει τρεις τύπους μπίρας. Η επιλογή τους όσο και ο χαρακτήρας τους δεν έγινε τυχαία. Ο Ντέιβιντ, που φαίνεται άνθρωπος της λεπτομέρειας, έκανε εις βάθος έρευνα στις συνήθειες και τις προτιμήσεις των Ελλήνων όσον αφορά τις γεύσεις, τους τύπους και τα αρώματα της μπίρας. Αυτό φαίνεται και στην Black που δοκίμασα πριν λίγες μέρες και ομολογώ με κέρδισε. Δεν είναι βαριά, αλλά έχει τη σωστή αρμονία και ισορροπία αρωμάτων και γεύσεων. Οι στόχοι του για το μέλλον είναι η αύξηση της παραγωγής (700.000 φιάλες το 2001) και των εξαγωγών, και φυσικά οι πειραματισμοί για νέα αρώματα και γεύσεις.
info: www.greekbeer.com
προϊόντα: Pilsner, Lager, Black Weiss

Brink’s, η Ρεθυμνιακή
Μπορεί η ετικέτα της να έχει αλλάξει και από Ρεθυμνιακή να αναγράφει το όνομα του δημιουργού της, αλλά η προσωπικότητα αυτής της μπίρας παραμένει ίδια και είναι φοβερή. Η μετονομασία έγινε μετά από υπόδειξη του Γενικού Χημείου του Κράτους, γιατί δεν επιτρέπεται η γεωγραφική ένδειξη στην ονομασία της μπίρας. Αυτό το πρόβλημα δεν δυσκόλεψε τον Bernd Brink και την Ευαγγελία Παπαδάκη, που έχουν αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες για να υλοποιήσουν το όνειρό τους για την μπίρα. Η ιστορία αυτού του μικροζυθοποιείου ενώνει δύο αγάπες, την αγάπη του γερμανού μαθηματικού και πανεπιστημιακού διδάκτορα για την κρητικοπούλα δικηγόρο και την κοινή τους αγάπη για το αφρώδες ποτό. Η σχέση αυτή τους οδήγησε στον τόπο καταγωγής της Ευαγγελίας, το Ρέθυμνο. Εκεί το 2001, σε ένα μη ολοκληρωμένο ζυθοποιείο, χωρίς ρεύμα (με μια μικρή γεννήτρια), έβγαλαν την πρώτη τους μπίρα. Στην αρχή, έκαναν τα πάντα χειρονακτικά: κολλούσαν τις ετικέτες, έπλεναν τις φιάλες. Σήμερα ο χώρος τους για μένα είναι ένα πρότυπο ζυθοποιείο. Η καινοτομία τους είναι ότι, πέρα από το δυνατό ρεθυμνιακό ταμπεραμέντο, οι μπίρες τους είναι οι πρώτες ελληνικές βιολογικές, αφιλτράριστες και απαστερίωτες μπίρες. Δοκιμάζεις ό,τι πιο αληθινό και αγνό, με τετράμηνη διάρκεια ζωής και παραγωγή 2.000 εκατόλιτρα το χρόνο. Η πρώτη μου γνωριμία με τις μπίρες τους ήταν στο ράφι ενός σούπερ μάρκετ. Τις εντόπισα έκπληκτη: μια ξανθή και μια μαύρη, με καταγωγή από την Κρήτη.
info: www.brinks-beer.gr
προϊόντα: Rethymnian Blonde, Rethymnian Dark

Η Πειραϊκή
Πίσω από τη βιολογική πειραϊκή μπίρα βρίσκεται ο Αλέξανδρος Κουμάντος. Η επιλογή τής τοποθεσίας έγινε γιατί είναι βέρος Πειραιώτης. Η ενασχόληση μαζί της όμως κρύβει εκπλήξεις. Η επαφή του με το πλούσιο σε διοξείδιο του άνθρακα ποτό ήταν μηδαμινή. Συναντήθηκαν για πρώτη φορά στη Γερμανία το 1998, σε ένα ταξίδι που κέρδισε για να βραβευτεί για τη μέχρι τότε επαγγελματική του πορεία, που αφορούσε τη φαρμακοποιία. Ένα ποτήρι που δοκίμασε σε ένα μικροζυθοποιείο της περιοχής ήταν αρκετό να τον κάνει να γυρίσει στην Ελλάδα και να ξεκινήσει τις μελέτες, για να δημιουργήσει κι αυτός μια μπίρα με προδιαγραφές και ελληνική καταγωγή. Ξεκίνησε το 2005, σηκώνοντας τον πήχη ψηλά από την αρχή, με αποκλειστικά βιολογικά προϊόντα και ζυθοποίηση με πιστή τήρηση του γερμανικού νόμου περί καθαρότητας. Όταν επισκέφτηκα το ζυθοποιείο του στη Δραπετσώνα, η αρχική μου εντύπωση ήταν ότι δεν θυμίζει ζυθοποιείο, αλλά αυτό που πραγματικά ήταν: η πυλωτή μιας πολυκατοικίας. Όταν όμως άρχισε να με ξεναγεί στα λίγα τετραγωνικά με τα εξειδικευμένα μηχανήματα και να μου δίνει να πιάσω, να μυρίσω και να δοκιμάσω τις βύνες, το λυκίσκο και να δω τα βρασίματα, κατάλαβα αμέσως πόσο λάθος είχα κάνει. Εκεί έζησα για πρώτη φορά την εμπειρία να δοκιμάζω απευθείας μέσα από τη δεξαμενή και μάλιστα μια αρωματική μπίρα, όπως η Pale Ale. Ακόμη μου έρχονται μνήμες από τα λουλουδάτα και φρουτώδη αρώματα. Σήμερα ο Αλέξανδρος κυκλοφορεί στην αγορά δύο τύπους μπίρας, εγκαινιάζει τη λειτουργία τού νέου εργοστασίου του στη ΒΙΠΕ Λαμίας, την οποία επέλεξε για τα καλά νερά της, και ετοιμάζεται να σερβίρει μια νέα Πειραιώτισσα.
info: www.piraikibeer.gr
προϊόντα: Pils, Pale Ale

Craft, η Αθηναία
Ένας ακόμη καθηγητής πανεπιστημίου στον τομέα των Οικονομικών, ο Παύλος Εμμανουηλίδης, ένιωσε τον παλμό της μικροζύμωσης. Η παραμονή του στην Αμερική τον γέμισε με έντονες παραστάσεις από τα αμέτρητα καλόγουστα και ποιοτικά μικροζυθεστιατόρια. Η επιστροφή του τον βρήκε να αναζητά χώρο για το δικό του ζυθεστιατόριο. Το όραμά του είναι να γνωρίσει ο Έλληνας τον κόσμο της μπίρας και να αποκτήσει την ξεχωριστή ζυθοκουλτούρα, που προσφέρει πλούσιες γευστικές εμπειρίες. Με αυτή τη σκέψη, το 1997, άνοιξε στο Χαλάνδρι ένα εστιατόριο, το οποίο συγχρόνως παρήγαγε μπίρα. Την επόμενη χρονιά, ήρθε ένα δεύτερο, μεγαλύτερο, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και το 2003 ολοκληρώθηκε το εργοστάσιο στην Παιανία. Πάντα πίστευα ότι όλα αυτά έγιναν μετά από αυστηρή και προκαθορισμένη μελέτη, αλλά η γνωριμία με τον ίδιο και με την Craft μού αποκάλυψε ότι αυτό δεν αρκούσε. Σίγουρα βοήθησαν τα αργά και σταθερά βήματα που επιλέγει ο κ. Εμμανουηλίδης, αλλά όλα αυτά πήραν ώθηση από τον κόσμο, που άρχισε σιγά σιγά να αντιδρά και να δέχεται την πρόσκληση του μικροζυθοποιείου, που άρχισε να εισβάλει δυναμικά στην αγορά. Σήμερα παράγει έξι διαφορετικούς τύπους draft και μπουκάλι, υπηρετώντας τη φιλοσοφία του ιδιοκτήτη για ποικιλία, μια δυνατότητα που σου προσφέρει μόνο το μικροζυθοποιείο. Εγώ ξεχωρίζω τη Smoked Lager. Παράγεται από ειδικά καπνισμένη βύνη και ο ιδιαίτερός της χαρακτήρας απογειώνει από κρεατικά μέχρι καπνιστό σολομό.
info: www.craft.gr
προϊόντα: Red Ale, Athens Lager, Pilsner, Weiss, Smoked Lager, Black Lager

 

Το ζυθοταξίδι τελείωσε. Πιστεύω όμως ότι οι αποσκευές μας είναι γεμάτες ελληνικές μπίρες. Ξέρουμε πλέον ότι τα ελληνικά μικροζυθοποιεία βρίσκονται σε δημιουργική έξαρση, ξεπερνούν τις δυσκολίες της γραφειοκρατίας και διανομής, ζυμώνουν μπίρες και συνειδήσεις, και μας προκαλούν να σκεφτούμε τις επιλογές μας την επόμενη φορά που θα διαλέξουμε την μπιρίσια συντροφιά μας. Οι Έλληνες τα καταφέρνουν και στην μπίρα, κι αυτά είναι τα λόγια ενός γερμανού δημοσιογράφου από το κανάλι ZDF, ο οποίος επισκέφτηκε τη ζυθοποιία Corfu και δήλωσε ότι με τέτοιες ενέργειες και τέτοιους μικρούς παραγωγούς, η χώρα μπορεί να βγει ακόμη κι από την κρίση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ