OBAN: ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ!

Το Όμπαν είναι ένα υπέροχο και συμμαζεμένο αποστακτήριο σε μια γραφική παραλιακή πόλη. Ο Ian Buxton το επισκέφτηκε.

Υστερα από 37 χρόνια στο χώρο, θα ήταν άδικο να αρνηθεί κανείς στον Kenny Gray, τον μάνατζερ του αποστακτηρίου Oban, τη δυνατότητα να φτάνει με ευκολία στη δουλειά του. Όπως και να το κάνουμε, έχει εργαστεί από τα νεανικά του χρόνια στην εταιρεία Diageo.

Ξεκίνησε ως βοηθός εργαστηρίου στο πλευρό του διάσημου Dr Magnus Pyke, ο οποίος θα μπορούσε πολύ ωραία να ταυτιστεί με το μοντέλο του τρελού επιστήμονα. Ωστόσο, το να σε χωρίζουν από τη δουλειά σου μόνο 21 σκαλιά, από το ευρύχωρο διαμέρισμά σου πάνω από το αποστακτήριο, είναι κάτι παραπάνω από γενναιόδωρο.

Και δεν είναι μόνον αυτό. Αν ποτέ αρχίσει να σβήνει μέσα του η φλόγα για τη βελτίωση αυτού του υπέροχου malt των Δυτικών Υψιπέδων, τότε το μόνο που χρειάζεται να κάνει ο Kenny είναι να κοιτάξει έξω από το παράθυρο. Από εκεί ξεδιπλώνεται η μαγευτική θέα προς τον κόλπο του Oban, με τα αγκυροβολημένα μικρά αλιευτικά και τα βαριά φέρι της εταιρείας Caledonian MacBrayne.

Ο μοναδικός Alfred Barnard, ο συγγραφέας του μνημειώδους οδοιπορικού στα αποστακτήρια της Αγγλίας, της Σκωτίας και της Ιρλανδίας με τίτλο «The Whisky Distilleries of the United Kingdom», επισημαίνει: «Η θάλασσα, γεμάτη σφρίγος και χαρά, απλώνεται μακριά όσο βλέπει το μάτι. Είναι διάστικτη από αναρίθμητες βάρκες και πλοιάρια κάθε είδους και μεγέθους, από το πιο μικρό κωπηλατικό μέχρι το πιο μεγάλο γιοτ. Οι δρόμοι της πόλης και της παραλίας σφύζουν από ανθρώπους και μουσική». Καθίσαμε στο γραφείο του Kenny για να δοκιμάσουμε μια σειρά dram και ανακάλυψα ότι είχα αρχίσει να γίνομαι όλο και πιο υπερβολικός στις αρωματικές νότες που διέκρινα. Οι νότες πιπερόριζας δεν συνηθίζονται στο ουίσκι.

Ευτυχώς, το ουίσκι και αρώματα όπως «σάλτσα από μαύρα φασόλια» ή «ψητά παϊδάκια» ή «γλυκόξινη σάλτσα» είναι εντελώς ξένα μεταξύ τους.

Μετά κατάλαβα ότι αυτές οι παράξενες, αν και πολύ ευχάριστες μυρωδιές, έρχονταν από την κουζίνα του κινέζικου ρεστοράν που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από τα γραφεία του αποστακτηρίου.

Μμμμμ. Το να σε χωρίζουν μόλις 21 σκαλιά από τη δουλειά σου, να διοικείς ένα υπέροχο αποστακτήριο single malt και να μένεις μια δρασκελιά μακριά από τις νοστιμιές ενός κινέζικου ρεστοράν είναι ένας σοβαρός λόγος να αρχίσεις να απομακρύνεσαι από τους ανθρώπους.

Αλλά δεν φταίει ο Kenny γι’ αυτό. Όταν η οικογένεια Stevenson έχτισε το αποστακτήριο στο 1794, το Oban ήταν ένα μικρό ψαροχώρι.

Οι Stevenson βοήθησαν στην επέκταση της πόλης, που αναπτύχθηκε σταδιακά γύρω από το αποστακτήριο και τώρα το περιβάλλει.

Σήμερα οι δρόμοι και η παραλία του Oban πλημμυρίζουν από τουρίστες που περιτριγυρίζονται από ένα παράξενο συνονθύλευμα καταστημάτων με μάλλινα, tartan κάθε είδους και παπούτσια σε τιμή ευκαιρίας.

Μάλιστα, ένα από αυτά τα καταστήματα περηφανεύεται πως έχει την τιμή να βρίσκεται απέναντι από το αποστακτήριο. Με εντυπωσίασε ένα όμορφο ζευγάρι λευκά παντοφλέ Barkers σε τιμή ευκαιρίας: 80 ευρώ από 150. Ό,τι πρέπει για τη ντίσκο. Όμως ο πενιχρός μισθός ενός συγγραφέα δεν δικαιολογεί μια τέτοια σπατάλη, και η σκέψη ότι η γυναίκα μου θα με μαλώσει με έκανε να συγκρατηθώ. Έτσι κι αλλιώς, δεν τα είχαν στο νούμερό μου.

Αναφέρω το κατάστημα με τα παπούτσια, γιατί είναι κάτι που χαλάει το σκηνικό, κάτι που φυλακίζει το αποστακτήριο μεταξύ της Σκύλλας του εμπορίου και της Χάρυβδης του τεράστιου βράχου που ορθώνεται πίσω από τις αποθήκες του. Ένας βράχος στολισμένος με γιρλάντες από αναρριχητικά φυτά, κισσό και τουλάχιστον ένα παρατημένο και άδειο μπουκάλι.

Το Oban είναι δέσμιο της τοποθεσίας του. Προφανώς αυτός είναι κι ο λόγος που ποτέ δεν επεκτάθηκε, και απ’ ό,τι φαίνεται, δεν πρόκειται να επεκταθεί. Έτσι διατηρεί μιαν αυθεντική γοητεία. Από τα παράθυρα του γραφείου του Kenny βλέπεις, μέσα από μια πύλη, τον περίβολο του αποστακτηρίου και πιο μακριά τις αποθήκες όπου φυλάσσονται περίπου 4.000 βαρέλια.

Οι αποθήκες χρονολογούνται από την εποχή που επισκέφτηκε την περιοχή ο Alfred Barnard, το 1886. Τότε το αποστακτήριο ήταν ακόμη ανεξάρτητο. Ωστόσο, τη δεκαετία του 1920 έγινε μέρος της αυτοκρατορίας του Dewar’s κι έτσι πέρασε στην εταιρεία DCL, διάδοχος της οποίας ήταν η Diageo, που έχει τώρα τον έλεγχο.

Το αποστακτήριο ανακατασκευάστηκε το 1972 και η Diageo είχε τη σύνεση να συμπεριλάβει το Oban, παρά τις περιορισμένες δυνατότητές του, στη σειρά Classic Six. Παλαιότερα, διετίθετο σε μια φιάλη που θύμιζε καράφα και είχε μια φανταχτερή κίτρινη ετικέτα σε σχήμα διαμαντιού. Ίσως το βρείτε στο eBay.

Επειδή το αποστακτήριο έκλεισε την περίοδο της ανακατασκευής, από το 1969 ως το 1972, το παλαιό του απόθεμα έχει πολύ μεγάλη ζήτηση. Ωστόσο, σήμερα το Oban βρίσκεται σε πλήρη παραγωγή και, όπως μας είπε ο Kenny με περηφάνια, απολαμβάνει το σπάνιο προνόμιο να έχει κρατήσει το 100% της παραγωγής του αποκλειστικά για πώληση ως single malt.

Το 1989, κατασκευάστηκε ένας χώρος υποδοχής επισκεπτών στο παλιό κτήριο βυνοποίησης. Περίπου 35.000 επισκέπτες καταφτάνουν κάθε χρόνο για να δουν τις εκθέσεις, να ξεναγηθούν, να δοκιμάσουν και να αγοράσουν κάποιες σπάνιες εκδόσεις. Όπως συνηθίζει να κάνει η Diageo, τα πέντε περίπου ευρώ του εισιτηρίου επιστρέφονται αν αγοράσετε κάτι από το κατάστημα του αποστακτηρίου. Και είναι πραγματικά δύσκολο να αντισταθεί κανείς στα τόσο ιδιαίτερα ποτά της έκθεσης.

Η ξενάγηση είναι πραγματικά απολαυστική.

Υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα πράγματα για τον επισκέπτη, όπως τα παλαιά εξαρτήματα του κάδου χυλοποίησης, οι χρόνοι ζύμωσης, ο μικρός αποστακτήρας (με μέγιστη χωρητικότητα μόλις 8.296 λίτρα) και ο ασυνήθιστος παραλληλεπίπεδος ζεστός σωλήνας ύψους 120 μέτρων που είναι τοποθετημένος ψηλά πάνω από το χώρο με τους άμβυκες.

Τώρα που το σκέφτομαι, πώς γίνεται να λέγεται «σωλήνας» και να είναι παραλληλεπίπεδος; Μήπως θα έπρεπε να ονομάζεται κάπως αλλιώς;

Πέρα από τη σημασιολογική πλευρά του θέματος, η χρήση του όρου «ζεστός σωλήνας» ίσως σας κάνει να σκεφτείτε ένα δυνατό, μάλλον ελαιώδες οινοπνευματώδες ποτό. Στην πραγματικότητα, το νεαρό Oban είναι αρκετά ελαφρύ και απαλό, με χλοώδη χαρακτήρα και νότες από φρούτα.

Ο Kenny αποδίδει αυτό το άρωμα στη διαδικασία που ακολουθείται σ’ αυτήν την περιοχή και έχει να κάνει με την υψηλή θερμοκρασία των ζεστών σωλήνων, καθώς και το γεγονός ότι οι άμβυκες ξεκουράζονται πριν ξαναγεμίσουν και δεν λειτουργούν το Σαββατοκύριακο.

«Κάνουμε 15 αποστάξεις την εβδομάδα», με διαβεβαιώνει.

«Θεωρητικά, θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε την παραγωγή μας μέσα στο Σαββατοκύριακο, άλλα θα χάναμε το χαρακτήρα του ποτού και δεν θα ήταν πια ένα Oban». Επίσης, αυτός ο ελαφρύς χαρακτήρας ενισχύεται από το ξύλο του βαρελιού, καθώς το ουίσκι παλαιώνει σε χρησιμοποιημένα βαρέλια από αμερικανική δρυ. Η πασίγνωστη φινέτσα του Oban ενισχύεται από την ωρίμανση σε βαρέλια που προηγουμένως είχαν bourbon.

Προϊόν αυτής της αξιοσημείωτα αγνής διαδικασίας είναι το χαρακτηριστικό Oban 14 Υear Οld, ένα από τα έξι ουίσκι της σειράς Classic Six, το οποίο εμφιαλώνεται με περιεκτικότητα αλκοόλ 43% (πωλείται στη Βρετανία στην τιμή των 30 λιρών).

Το αποστακτήριο το περιγράφει ως ένα «πλούσιο, γλυκό malt με μια ανεπαίσθητη νότα από θαλασσινή αλμύρα και καπνό τύρφης». Δεν θα μπω στη συζήτηση περί θαλασσινής αλμύρας (έτσι κι αλλιώς το αλάτι κάνει κακό στην πίεση), αλλά θα συμφωνήσω με την περιγραφή του «γλυκού».

Βρίσκω αρώματα μελιού, με νότες λουλουδιών και φρούτων, αλλά το πιο καλό είναι η ζεστή επίγευση καρυκευμάτων και το διάχυτο άρωμα πορτοκαλιού.

Οι καπνιστές νότες δεν με άγγιξαν καθόλου, ωστόσο μου έδωσε την αίσθηση ενός απολαυστικού, θελκτικού απεριτίφ, φιλικού και συγκαταβατικού, αλλά παράλληλα επαρκώς σύνθετου για να διεγείρει τον κουρασμένο ουρανίσκο κάθε γευσιγνώστη του malt.

Επίσης, θα βρείτε σχετικά εύκολα στην αγορά το Distiller’s Edition, εμφιάλωση του 2003, στην τιμή των 60 περίπου ευρώ.

Εδώ η διαφορά έγκειται στην περίοδο παλαίωσης, που γίνεται μέσα σε βαρέλια Montilla fino sherry και του προσδίδει πιο γεμάτες και έντονες νότες toffee και βανίλιας. Η μύτη αναπτύσσεται και αναδίδει αρώματα καραμέλας βουτύρου, αλλά βρήκα ότι η πρόσμιξη με νερό δεν είναι καλή ιδέα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα ελαφρύ άρωμα μούχλας («νοτισμένα παλιά βιβλία» το αποκάλεσε ο Kenny) και ένα απογοητευτικά σύντομο τελείωμα.

Παρόλο που παρέμεινε για λίγο η γλυκιά γεύση του, δεν αντιστάθμιζε την αραίωση. Η συμβουλή μου είναι να μην το πλησιάσετε καν στο νερό και να το πιείτε μετά το φαγητό, όταν θα μπορείτε να εκτιμήσετε πλήρως τη γεμάτη γεύση του.

 

Οι δύο παλαιότερες εμφιαλώσεις, των 20 και 32 ετών, είναι σπανιότερες. Στο αποστακτήριο έχουν πουληθεί όλες, αλλά μπορείτε ακόμη να βρείτε το πολύ όμορφα συσκευασμένο Linlithgow (St Magdalene) των 30 ετών και το Glenury των 50 ετών στα 290 ευρώ και 1.110 ευρώ αντίστοιχα. Είναι μια σπάνια ευκαιρία, μιας και τα δύο αποστακτήρια έχουν κλείσει εδώ και πολύ καιρό.

Ωστόσο, ίσως ακόμη υπάρχει στοκ από αυτό το παλαιότερο Oban στο εμπόριο κι αξίζει τον κόπο να το αναζητήσετε.

Με τόσο λίγες ανεξάρτητες εμφιαλώσεις, αυτές οι επίσημες εκδόσεις – που δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα πολλές – είναι πλέον εξαιρετικά σπάνιες.

Και τα δύο ουίσκι είναι cask strength και δεν έχουν υποστεί ψυχρή διήθηση. Μπορείτε ακόμη να βρείτε σε ειδικά καταστήματα το ουίσκι των 20 ετών, που είναι απόσταξης του 1984 και εμφιάλωσης του 2004 σε μια έκδοση μόλις 1.200 φιαλών, στην τιμή των 175 ευρώ περίπου.

Παρότι έχει περιεκτικότητα σε αλκοόλ 58%, είναι εντυπωσιακά ευχάριστο και διακριτικό. Είναι ένα σύνθετο και πολύπλευρο ουίσκι, με εκλεπτυσμένο και κομψό χαρακτήρα που προσφέρει νότες ώριμου πεπονιού, φραγκοστάφυλου, κέικ λεμονιού και μπαχαριού. Το απαλό χρώμα και η ήπια γεύση του δεν δικαιώνουν αμέσως τα 20 χρόνια που έχει περάσει στο βαρέλι, αλλά η επίγευση έχει διάρκεια και συνέπεια, γεγονός που αποδεικνύει ότι υπάρχουν πολύ περισσότερα κρυμμένα στοιχεία σ’ αυτό το Oban.

Το ουίσκι των 32 ετών, που είναι απόσταξης του 1969 και εμφιάλωσης του 2002, έχει πιθανόν εξαντληθεί.

Αν ανακαλύψετε κανένα, θα πρέπει να ξέρετε ότι θα σας κοστίσει περίπου 200 ευρώ. Αρπάξτε το.

Θα απολαύσετε ένα εξαιρετικά ολοκληρωμένο ποτό, που κρατάει ακόμη την περιεκτικότητα του σε αλκοόλ στο 55,1%, με αρώματα καμένου πορτοκαλιού, μαρμελάδας εσπεριδοειδών και αναμνήσεις από χριστουγεννιάτικη πουτίγκα. Μια στάλα νερό σε αυτό το πολύτιμο ελιξίριο απελευθέρωσε λίγες καπνιστές νότες. Προσέξτε κι εδώ πόσο νερό θα προσθέσετε, γιατί αυτά τα παλαιότερα ουίσκι χάνουν τη γεύση τους αν τα νερώσετε πολύ.

Ευτυχώς, το Oban θα βρίσκεται πάντα στην κατηγορία των εκλεκτών, μιας κι έχει ετήσια παραγωγή μόλις 700.000 λίτρων (στην γκάμα προϊόντων της Diageo μόνο το Royal Lochnagar έχει μικρότερη παραγωγή).

Το αποστακτήριο έχει το δικό του χαρακτήρα, με τη σταθερή ρουτίνα της απόσταξης να έρχεται σε αντίθεση με τη ζωή στην πόλη, που βρίσκεται μόλις μερικά μέτρα μακριά.

Μια συγκρατημένη ηρεμία φαίνεται να σταλάζει από τους πέτρινους τοίχους του αποστακτηρίου, αντανακλώντας τη σοφή αποδοχή της αλλαγής.

Αυτοί οι τοίχοι έχουν δει πολλά από το 1784 και σίγουρα θα δουν κι άλλα.

Πιστεύω ότι μάλλον θα το αντέξουν.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ