THE GLENROTHES. Η ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ

Αρθρογράφος: Dominic Roskrow

Το The Glenrothes είναι ένα από τα μεγαλύτερα αλλά και πιο αινιγματικά αποστακτήρια της Σκωτίας. Οι πόρτες του είναι συνήθως κλειστές στον επισκέπτη και τα malt ουίσκι του σχετικά άγνωστα.
Ο Dominic Roskrow το επισκέφθηκε.

Eίμαι στα μισά μιας σκάλας, στο μισοσκόταδο και η μόνη μυρωδιά που φτάνει στα ρουθούνια μου είναι, το λέω όσο πιο ευγενικά μπορώ, κοπριάς αλόγου.
Μπροστά μου είναι ο Ronnie Cox, ο Σκωτσέζος Brand Ambassador of the Year για το 2008, σύμφωνα με το περιοδικό Whisky Magazine. Πίσω μου, ο Marcin Miller, πρώην εκδότης του Whisky Magazine, γνωστός στην αγορά για τη μυστηριώδη ιδιότητά του να ξεφυτρώνει παντού όταν πρόκειται για ουίσκι.

«Λοιπόν Ντομινίκ, τι είναι αυτό που μυρίζεις;» ρωτά ο Ρόνι.

Ωχ, τι να πω τώρα.

«Σβουνιά αλόγου!» ανακοινώνει θριαμβευτικά πριν προλάβω να απαντήσω και γελάει με την καρδιά του. Αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι μπορεί να περιβάλλομαι από παράφρονες.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το αρχικό σχέδιο ήταν ότι μια μικρή ομάδα δημοσιογράφων θα επισκεπτόταν το The Glenrothes για ξενάγηση, γευσιγνωσία και στη συνέχεια δείπνο. Φαίνεται όμως ότι όλα πήγαν στραβά, εξαιτίας απανωτών, ατυχών συγκυριών, και ο αριθμός των δημοσιογράφων άρχισε να μειώνεται γρήγορα, λόγω μιας σειράς συμπτώσεων που και η Αγκάθα Κρίστι θα είχε δυσκολευτεί πολύ να σκαρφιστεί. Στο τέλος, μέχρι νωρίς το βραδάκι είχαμε μείνει εγώ και οι οικοδεσπότες μου και ίσως ένας ακόμη δημοσιογράφος που θα προλάβαινε μόνο το δείπνο.

Προσπαθώντας να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε τις δύο ώρες που μεσολαβούσαν μέχρι την άφιξη του άλλου συναδέλφου, ανακάλυψα την είσοδο στο κέντρο επισκεπτών του Cutty Sark. Μου φάνηκε περίεργο, καθώς το The Glenrothes συνήθως δεν είναι ανοιχτό για επισκέπτες. Αποφάσισα λοιπόν να το ψάξω λίγο περισσότερο.

Το κέντρο επισκεπτών του Cutty Sark, με τη μυρωδιά από κοπριές αλόγου και όλα, είναι ένας θρίαμβος ξεπερασμένης τεχνολογίας και μεγαλεπήβολης εκκεντρικότητας – κάτι που θα περίμενε ίσως να δει κανείς σε ένα επαρχιακό μουσείο κέρινων ομοιωμάτων.

Ο Ρόνι στέκεται στην κορυφή της σκάλας, ανοίγει μια πόρτα, γυρίζει ένα διακόπτη και η μυρωδιά αλόγου αποκτά εξήγηση. Βρισκόμαστε στη St James Street, στο Λονδίνο της Βικτωριανής εποχής και ακούμε ολόγυρα θόρυβο αλόγων και αμαξών. Μπροστά μας οι εγκαταστάσεις της εταιρείας Berry Bros & Rudd και ο Ρόνι μας ανοίγει την πόρτα.

Μας υποδέχεται ένα ομοίωμα του George Berry, που προβάλεται δίπλα σε μια τεράστια ζυγαριά πάνω στην οποία στέκεται ένας ευγενής της εποχής, που υποτίθεται πως είναι ο Beau Brummel, ο διάσημος γόης της εποχής που σύχναζε στην εταιρεία.

Έτσι ξεκινά μια από τις πιο περίεργες ξεναγήσεις σε αποστακτήριο που έχω κάνει ποτέ. Ο κ. Berry περιγράφει την ιστορία της εταιρείας και πώς έφτασε να εξειδικευτεί στο κρασί και τα οινοπνευματώδη. Μόλις τελειώνει, το φως σβήνει και ακολουθεί ένας υπεύθυνος αποθήκης με προφορά που μοιάζει με αυτή του Τζόνι Ντεπ όταν παίζει τον Σουίνι Τοντ. Ξαναζούμε την ημέρα όπου τα αδέρφια Berry πήραν τη ρηξικέλευθη απόφαση να ονομάσουν το νέο τους blend όπως ένα φημισμένο ιστιοφόρο που μετέφερε τσάι και να εικονογραφήσουν την ετικέτα του με ένα πλοίο. Ταξιδεύουμε στις Μπαχάμες όπου συναντούμε τον William McCoy, τον ατρόμητο επιχειρηματία που έφερε το Cutty Sark στα Speakeasies, τα παράνομα μπαρ της εποχής της Ποτοαπαγόρευσης, έγινε διάσημος με το εμπόριο του αυθεντικού Cutty Sark και στην πορεία μας έδωσε την ιδιωματική φράση «the real McCoy», που εκφράζει κάτι αυθεντικό.

Ψιθυρίζουμε μέχρι και το σύνθημα για να διαβούμε το κατώφλι ενός παράνομου μπαρ Speakeasy. Και μετά ακολουθεί κάτι πραγματικά σουρεαλιστικό, αφού μπαίνουμε όχι σε ένα μπαρ της εποχής της Ποτοαπαγόρευσης, αλλά σε ένα μικρό σινεμά με αριθμημένες σειρές καθισμάτων. Ακούγονται από παντού γκάιντες, η οθόνη είναι γεμάτη από Σκωτσέζικες λίμνες και ρείκια και ένας Σκωτσέζος με έντονη προφορά μας εξηγεί διεξοδικά τα πάντα για την παραγωγή του ουίσκι. Ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση, εμφανίζεται η εικόνα ενός Αμερικανού στρατιώτη από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που μας λέει ότι πουλάνε Cutty Sark στο δρόμο, αλλά «πρέπει να περιμένουμε στην ουρά, αν θέλουμε να προμηθευτούμε».

Μετά βλέπουμε ένα μοντάζ από διαφημίσεις του Cutty Sark από όλο τον κόσμο.

Τέλος, με τη συνοδεία ενός επιβλητικού και διαπεραστικού μεταλλικού ήχου, αρχίζει να περιστρέφεται ένα πάνελ στον τοίχο και ένα μπουκάλι Cutty Sark τρία μέτρα ψηλό, κάνει την εμφάνισή του και –το γκραντ φινάλε– μια κουρτίνα με ηλεκτρικό μηχανισμό τραβιέται για να αποκαλύψει ένα φωτισμένο μπαρ, ολοκληρώνοντας με αυτό τον τρόπο 15 λεπτά θεάματος που θυμίζει παράσταση θεάτρου burlesque.

«Εδώ φέρνουμε διανομείς και εμπορικούς αντιπροσώπους από όλο τον κόσμο» εξηγεί ο Ronnie, όταν κατάφερα τελικά να σταματήσω να γελάω. «Με όλο αυτό τους δείχνουμε ένα μέρος της ιστορίας του Cutty Sark και τους αρέσει πολύ».

Και πρέπει να παραδεχτώ πως είναι πολύ δύσκολο να μην αρέσει σε κάποιον. Αρκετά ευθυμήσαμε πάντως, έχουμε και δουλειές να κάνουμε.

Το Glenrothes αποτελεί αίνιγμα και αξιοπερίεργο φαινόμενο. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα αποστακτήρια της Σκωτίας που παράγει έναν ασύλληπτο όγκο, 4,5 εκατομμυρίων λίτρων ουίσκι ετησίως. Παρόλα αυτά, λίγοι το γνωρίζουν και αυτό οφείλεται, εν μέρει, στο γεγονός ότι εμείς οι λάτρεις του ουίσκι είμαστε αρκετά αυτάρεσκοι και όταν ανακαλύπτουμε αποστακτήρια όπως αυτό τα λατρεύουμε και τα κρατάμε για τον ευατό μας, αφήνοντας τον απλό κόσμο, που είναι λιγότερο καταρτισμένος, στην άγνοια του.

Τα ουίσκι του αποστακτηρίου είναι, χωρίς εξαίρεση, υπέροχα και θα μπορούσε κανείς να συζητά μέχρι αργά τη νύχτα, πίνοντας τις εξαιρετικές εκφράσεις των malt του αποστακτηρίου, αν υπάρχει καλύτερο malt σε ολόκληρο το Speyside. Τα ουίσκι είναι ένα απολαυστικό μείγμα νεωτερισμού και παράδοσης. Πολύ πριν ο υπόλοιπος κόσμος του ουίσκι ανακαλύψει την ιδέα των ιδιαίτερων συσκευασιών και ετικετών, το The Glenrothes συσκευαζόταν σε μπουκάλια με ιδιαίτερο σχήμα, με μινιμαλιστικές ετικέτες και χειρόγραφες σημειώσεις γευσιγνωσίας.

Το ίδιο το ουίσκι είναι εκπληκτικό. Και αντισυμβατικό. Προηγούμενος ιδιοκτήτης του ήταν το γκρουπ Edrington που έχει επίσης τα Highland Park και The Macallan. Σημερινός ιδιοκτήτης του The Glenrothes είναι η εταιρία Berry Bros & Rudd που εμπορεύεται κρασιά και οινοπνευματώδη από το 1698. Η εταιρία Berry Bros μετέφερε την κληρονομιά που διαθέτει στα κρασιά, εμφιαλώνοντας τα malt του σύμφωνα με τη σοδειά και όχι με την ηλικία. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η συγκεκριμένη μάρκα είναι για το ουίσκι, ό,τι η Cartier για τα ρολόγια –μια σειρά προϊόντων που συνδέονται με την ίδια τεχνική τελειότητα που κρύβει το κάθε ένα στον πυρήνα του. Από τα ελαφριά και φρουτώδη ουίσκι με άρωμα κίτρου μέχρι τα πλούσια ούσκι με αρώματα σκούρων φρούτων και μαρμελάδας πορτοκαλιού, όλα έχουν τον χαρακτήρα μιας εξαιρετικής οικογένειας – μια εκλεκτή πρόσμιξη προσωπικοτήτων που προέρχονται από την ίδια πρώτη ύλη.

Δυστυχώς, μπορεί κανείς να επισκεφθεί το The Glenrothes, μόνο μετά από πρόσκληση. Οι εμπορικοί επισκέπτες και οι δημοσιογράφοι φιλοξενούνται σε ένα άνετο σπίτι, μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο μακριά, όπου ο Ronnie και ο Marcin έχουν στήσει ένα πονηρό κόλπο, αναγκάζοντας τους φιλοξενούμενους να συναγωνίζονται μεταξύ τους για την προετοιμασία του πρωινού, ενώ εκείνοι χαλαρώνουν και δέχονται τις περιποιήσεις των φιλοξενούμενών τους. Μπορεί κανείς από εκεί να πάει με τα πόδια στο αποστακτήριο, διασχίζοντας το μονοπάτι πάνω από ένα νεκροταφείο στην πλαγιά του λόφου, περνώντας από το Fairies Well όπου ένα αποτρόπαιο διπλό έγκλημα λέγεται ότι διαπράχθηκε εκεί πριν από 700 χρόνια μετά από διαταγή του περίφημου Wolf of Badenoch (με τέτοιο τίτλο, σιγά μην πιστέψουμε πως το μάρκετινγκ εφευρέθηκε τον 20ό αιώνα).

To αποστακτήριο βρίσκεται στο κέντρο της πόλης του Ρόυθ. Oι τοίχοι του κτιρίου είναι φτιαγμένοι από τραχιά πέτρα στο χρώμα του κάρβουνου και μαζί με το νεκροταφείο που απλώνεται δίπλα του, στο λόφο, κάνουν την όψη του ακόμα πιο επιβλητική. Έξω από το αποστακτήριο, περνάει ένα ποτάμι. Τα νερά καφετιά από την τύρφη. Αυτό μαζί με τη γενικότερη ηρεμία της περιοχής, δημιουργούν μια γαλήνια ατμόσφαιρα γύρω από το αποστακτήριο, κάνοντας την παραγωγή ουίσκι να φαίνεται πως γίνεται χωρίς πίεση.

Κάποτε είπε κάποιος πως τα αποστακτήρια ανήκουν σε μια από τις δύο παρακάτω κατηγορίες: ή σε αυτήν που φτιάχνουν ουίσκι και μπορεί να επιτρέπονται ή όχι επισκέπτες, και σε αυτήν που λειτουργούν ως αξιοθέατα και τυχαίνει να φτιάχνουν και ουίσκι.

Το The Glenrothes δεν ανήκει ουσιαστικά σε καμία από τις δύο. Δεν είναι ανοιχτό στο κοινό και από αυτή την άποψη ανήκει στην πρώτη κατηγορία. Αλλά είναι επίσης, φιλόξενο και παραδοσιακό, σαν να περιμένει επισκέπτες ανά πάσα στιγμή και αυτό φαίνεται πιο πολύ από οπουδήποτε αλλού, στο αποστακτήριο.

Χτισμένο πριν από τριάντα χρόνια, είναι γνωστό και ως Καθεδρικός Ναός, όχι χωρίς λόγο. Μοιάζει με σπηλιά όπου πέντε άμβυκες ατμοποίησης και πέντε άμβυκες δεύτερης απόσταξης, σχηματίζουν ζεύγη σε τέλεια συμμετρία στις δύο πλευρές ενός διαδρόμου. Ξεναγός μας είναι ο μηχανικός του αποστακτηρίου, Greg Muir και θα πρέπει να έχει διαβεί αυτές τις πόρτες και να έχει αντικρύσει το συγκεκριμένο θέαμα χιλιάδες φορές, αλλά γνωρίζει καλά την επιρροή που ασκεί ο χώρος και σιωπά ευλαβικά για ένα με δύο λεπτά.

Η σχετικά μικρή ηλικία του αποστακτηρίου, αποδεικνύει ότι οι ιδιοκτήτες του είναι προετοιμασμένοι να το εκσυγχρονίζουν και να το επεκτείνουν όποτε θεωρούν απαραίτητο. Πράγματι, έχει επεκταθεί τρεις φορές και η ψηφιακή τεχνολογία είναι το ίδιο αναπτυγμένη όπως σε όλα τα αποστακτήρια. Παρόλα αυτά, δεν υπάρχουν συμβιβασμοί όσον αφορά στην ποιότητα. Η μακρά απόσταξη και η αργή ροή του αποστάγματος –πιθανόν η πιο αργή από οποιοδήποτε άλλο αποστακτήριο στη Σκωτία– ευθύνονται για το ραφινάτο και καθαρό απόσταγμα.

Ένας άλλος λόγος είναι το γεγονός πως οι άμβυκες, οι οποίοι λειτουργούν σε διαφορετικά ζεύγη είναι γεμάτοι μόνο ως τα δύο τρίτα της χωρητικότητάς τους, αναγκάζοντας τον ατμό να διανύσει μεγαλύτερη απόσταση για να φτάσει στους σωλήνες, αυξάνοντας έτσι την παλινδρόμηση και εξασφαλίζοντας ένα πιο ελαφρύ malt.

Η υψηλή ζήτηση για malt αυτόν τον καιρό αναγκάζει το αποστακτήριο να δουλεύει επτά μέρες την εβδομάδα και να παράγει 50 διαλύματα ζάχαρης ενώ υπάρχει πάντα η ζήτηση για περισσότερα. Όχι βέβαια εις βάρος της ποιότητας. Οι άμβυκες απολαμβάνουν μεγάλες περιόδους ανάπαυσης ανάμεσα στα γεμίσματα. Στην πραγματικότητα, ο Greg Muir είναι παραπάνω από σίγουρος πως το αποστακτήριο μπορεί να αντέξει αύξηση της παραγωγής. Μια αύξηση όμως θα δημιουργούσε αλλού πρόβλημα, καθώς τα οχτώ δοχεία ζύμωσης από ανοξείδωτο χάλυβα και τα 12 ξύλινα δουλεύουν στο μάξιμουμ και κάθε αύξηση της παραγομένης ποσότητας, θα καθιστούσε αναγκαία την αναβάθμιση ενός σήμερα ανενεργού βυνοποιείου.

Όλα είναι εξαιρετικά εντυπωσιακά, και όπως σε πολλά άλλα αποστακτήρια, νιώθει κανείς την αίσθηση υπερηφάνειας που υπάρχει στο The Glenrothes. Η ικανοποίηση όμως πρέπει να είναι διπλή για τους ανθρώπους που φτιάχνουν το ουίσκι εδώ, όταν ξέρουν πως το malt τους αναγνωρίζεται και εκτιμάται ως μοναδικό ουίσκι και όχι μόνο σαν εξαιρετικό συστατικό για blended, κάτι για το οποίο δεν υπήρχε ποτέ καμία αμφιβολία.

Προκειμένου να υποστηριχτεί αυτή η διαδικασία, το αποστακτήριο έχει επενδύσει στη δημιουργία ειδικών εγκαταστάσεων για τους εμπορικούς επισκέπτες, οι οποίες κάτω από την επιρροή του Ronnie λειτουργούν ήδη σαν το «άδυτο των αδύτων».

Πρόκειται για ένα άπλετα φωταγωγημένο δωμάτιο γευσιγνωσίας, με τελευταίας τεχνολογίας εντοιχισμένο οπτικοακουστικό εξοπλισμό και ράφια καλαίσθητα φωτισμένα, όπου εκθέτονται οι διάφορες εκφράσεις του The Glenrothes. Στο κέντρο του βρίσκεται ένα εκπληκτικό τραπέζι που φτιάχτηκε στην περιοχή και είναι χαραγμένο με παραστάσεις που εκφράζουν την καρδιά του The Glenrothes – βανίλια, μπαχαρικά, κίτρο, φρούτα. «Έχουμε διαμορφώσει αυτό το χώρο ως χώρο εργασίας» λέει ο Ronnie καθώς εισερχόμαστε στο άδυτο και ετοιμάζουμε το πρώτο ουίσκι της ημέρας. «Είναι σχεδιασμένο για να βοηθά τους ανθρώπους να καταλάβουν το ουίσκι μας, το πώς αντιλαμβανόμαστε την ωρίμανση, με βάση τη σοδειά και όχι τα χρόνια ωρίμανσης, και απευθύνεται σε οποιονδήποτε επιθυμεί να το γνωρίσει».

Πρόκειται για μια εντυπωσιακή προσθήκη σε ένα πολύ εντυπωσιακό αποστακτήριο, που έχει διανύσει μια τεράστια απόσταση από το Λονδίνο του 1698 με τον George Berry και τον Beau Brummel που γνωρίσαμε ως ομοιώματα στην απέναντι πλευρά της αυλής. Είναι σύγχρονο, ζεστό, ενδιαφέρον. Και ευτυχώς, δε μυρίζει σβουνιά αλόγου.

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε το www.theglenrothes.com

The Tasting

GLENROTHES 1975
Μύτη: Μέλι και πεπόνι που δίνουν τη θέση τους σε βρασμένα φρούτα. Βανίλια, μανταρίνι, περίπλοκο. Ουρανίσκος: Φλούδα γκρέιπφρουτ, ανανάς, σοκολάτα, σορμπέ κίτρου. Τελείωμα: Κρατάει ώρα, πικάντικο, ζεστό και ευχάριστο.

GLENROTHES 1985
Μύτη: Δαμάσκηνο, βανίλια και γλυκιά σοκολάτα, ανάμικτη μαρμελάδα. Ουρανίσκος: Φλούδα γκρέιπφρουτ, λεμόνι και γλυκά μπαχαρικά. Τελείωμα: Γκρέιπφρουτ, πολύ καθαρό, απαιτεί σχεδόν αμέσως και δεύτερη γουλιά.

GLENROTHES 1991
Μύτη: Πλούσιο, γεμάτο, σκούρα φρούτα. Ουρανίσκος: Σοκολάτα, γλυκόριζα, μαρμελάδα πορτοκάλι, καραμελένια γλυκά. Τελείωμα: Πλούσιο και αρκετά στεγνό, χάνεται ξαφνικά.

SELECT RESERVE
Μύτη: Πιο οινώδες από άλλα, κίτρο, μπαχαρικά, βανίλια. Ουρανίσκος: Σήμα κατατεθέν γκρέιπφρουτ, μενθόλη κερασιού, μπαχαρικά, γλυκόριζα. Τελείωμα: Ένα στοματικό καλειδοσκόπιο, αλλάζοντας μέσα από μια σειρά γλυκών φρούτων καθώς εξαφανίζεται. Γοητεύει πραγματικά.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ