THE NEW WORLD

Αρθρογράφος: Tim Forbes

Δεν είναι μυστικό ότι τα τελευταία χρόνια διευρύνεται ο κόσμος του ουίσκι. Πριν από 20 χρόνια, οποιαδήποτε απειλή απέναντι στην τρόικα των σκωτσέζικων, ιρλανδικών και αμερικανικών ουίσκι θα ήταν ανήκουστη. Ωστόσο στις μέρες μας, περιορισμένες κυκλοφορίες single malt από την Ινδία ή την Ιαπωνία ξεπουλάνε τόσο γρήγορα όσο και αυτές των κορυφαίων σκωτσέζικων αποστακτηρίων, ενώ οι τιμές που πιάνουν σε δευτερογενείς αγορές και πλειστηριασμούς ξεπερνούν κατά πολύ τις αρχικές τους.

Πώς, λοιπόν, συνέβη αυτό; Ακόμη και με το πλεονέκτημα της εμπειρίας μας, είναι δύσκολο να κατανοήσουμε αν το κύριο αίτιο σ’ αυτήν την περίπτωση είναι η αύξηση της ζήτησης λόγω προσφοράς. Ίσως πάλι να οφείλεται στο έργο των πρωτοπόρων εισαγωγέων και εμπόρων, που ανέλαβαν το ρίσκο με νέα ουίσκι, τα οποία τελικά ανακάλυψαν οι φανατικοί.

Ωστόσο, μόλις εμφανιστεί στην αγορά, κάθε νέα μπράντα θα πρέπει να αποδείξει την ποιότητά της για να επιβιώσει. Μάλιστα, μακριά από τις εγχώριες αγορές τους, τα νέα ουίσκι από μη παραδοσιακές χώρες παραγωγής θα πρέπει σαφώς να είναι καλύτερα από τους εδραιωμένους ανταγωνιστές τους, ώστε να αποδείξουν ότι είναι αντάξια να διεκδικήσουν και αυτά μια θέση στο ράφι.

Ευτυχώς, τόσο τα ινδικά όσο και τα ιαπωνικά ουίσκι πέρασαν τη δοκιμασία με επιτυχία. Τα διεθνή ουίσκι έχουν πια καθιερωθεί στην ευρωπαϊκή αγορά.

Αλλά ας κοιτάξουμε λίγο βαθύτερα. Είναι σαφές ότι τα ουίσκι του νέου κόσμου έχουν γνωρίσει επιτυχία λόγω της γενικευμένης τάσης προς τα ποιοτικά οινοπνευματώδη ποτά, πράγμα που σημαίνει ότι οι νέοι φανατικοί του single malt είναι ανοιχτοί στο ενδεχόμενο να δοκιμάσουν κι άλλες κατηγορίες ουίσκι.

Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι σήμερα υπάρχει αυξημένη ζήτηση για υψηλής ποιότητας single malt δεν εγγυάται ότι η έκβαση για τις εταιρείες ουίσκι θα είναι θετική στο μέλλον. Οι σύγχρονοι καταναλωτές μπορεί να έχουν ευρύτερο φάσμα γεύσεων και να είναι πιο ανοιχτόμυαλοι απ’ ό,τι στο παρελθόν, αλλά αυτά τα χαρακτηριστικά είναι δίκοπο μαχαίρι. Η επιθυμία τους να γευτούν όσο περισσότερα αρώματα μπορούν και η διάθεσή τους να πειραματιστούν, αναπόφευκτα θα τους οδηγήσει και σε άλλα σκουρόχρωμα αποστάγματα.

Μόλις οι νέοι καταναλωτές του ουίσκι μάθουν πώς να το γεύονται, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα κοιτάξουν παραέξω, και θα εξερευνήσουν την εκλεπτυσμένη απόλαυση που προσφέρει το κονιάκ ή το Armagnac, ή ίσως υποκύψουν στη γοητεία του Calvados.

Ωστόσο, η αληθινή μακροπρόθεσμη απειλή προς τα single malt είναι αφενός το αμερικανικό ουίσκι και αφετέρου το ρούμι. Αυτά τα δύο αποστάγματα ενέχουν τρεις κοινές απειλές: προσβασιμότητα, γεύση και παραγωγή.

Το παλαιωμένο ρούμι έχει ένα εξαιρετικά ποικίλο και σύνθετο αρωματικό φάσμα, ενώ τα new wave αποστακτήρια των ΗΠΑ έχουν πετάξει από το παράθυρο το βιβλίο με τους κανόνες και, μη έχοντας φορείς όπως το Scotch Whisky Association να ορθώνουν εμπόδια στην καινοτομία, παράγουν πλέον τα πιο συναρπαστικά νέα ουίσκι του πλανήτη. Επιπλέον, τόσο το αμερικανικό ουίσκι όσο και το ρούμι έχουν φυσικά γλυκιά γεύση και χαλαρή εικόνα, που τα καθιστά πιο δημοφιλή στους νεότερους.

Παρ’ όλα αυτά, οι διαφορές στον τρόπο που παράγεται το ρούμι και το αμερικανικό ουίσκι αποτελούν τη μεγαλύτερη απειλή για τα single malt. Πρώτον, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής και των δύο κατηγοριών γίνεται σε

αποστακτήρες συνεχούς λειτουργίας, που σημαίνει ότι η παραγωγή είναι οικονομικότερη και πολύ πιο αποδοτική. Δεύτερον, το θερμό κλίμα που απολαμβάνουν στην άλλη ακτή του Ατλαντικού σημαίνει ότι αν και υπάρχει μεγαλύτερη απώλεια λόγω εξάτμισης, τα νέα αποστάγματα χρειάζονται λιγότερο χρόνο ωρίμανσης. Αυτοί οι δύο παράγοντες προσφέρουν στους νέους καταναλωτές που πίνουν αμερικανικό ουίσκι και ρούμι ένα ώριμο απόσταγμα, σε καλύτερη τιμή και ίσως αντίστοιχη ποιότητα με ένα single malt.

Όλα αυτά αποτελούν μεγάλη πρόκληση για τους παραγωγούς ουίσκι. Μπορεί τα blended να είναι σχετικά ασφαλή και τα malt να επωφελούνται από την εισροή νέων καταναλωτών, ωστόσο αντιμετωπίζουν σκληρό ανταγωνισμό στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν αυτούς τους καταναλωτές, οι οποίοι δεν έχουν την ίδια αφοσίωση σε κάποια μπράντα ή κατηγορία με τους παλαιότερους. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, όπου επεκτείνεται πυρετωδώς η σκωτσέζικη βιομηχανία ουίσκι. Τα βραβεία μπορεί να είναι σημαντικά, αλλά ο ανταγωνισμός γίνεται ολοένα και πιο σκληρός.

Όταν η ιρλανδική βιομηχανία ουίσκι κατέρρευσε στις αρχές του 20ού αιώνα, το σκωτσέζικο ουίσκι ανέλαβε τα σκήπτρα παγκοσμίως. Σε 20 χρόνια, αν το σκωτσέζικο ουίσκι αρχίσει να υπολείπεται σε ποιότητα ή προσφορά, υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι ανταγωνιστές για να διεκδικήσουν το στέμμα. Πράγματι, τα επόμενα χρόνια, η απόφαση του Scotch Whisky Association να απαγορεύσει την απόσταξη single malt σε αποστακτήρες συνεχούς λειτουργίας ίσως αποβεί μοιραίο αυτογκόλ. Πριν από 20 χρόνια, οι παραγωγοί κρασιού της Γαλλίας χλεύαζαν το αυστραλιανό chardonnay. Après ça, le deluge!

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ