BLENDED Ή SINGLE MALT;

Αρθρογράφος: Nτίνος Στεργίδης

Eμποτισμένος με την κουλτούρα του κρασιού, η οποία δίνει μεγάλη αξία στη γεωγραφική προέλευση, έκανα κι εγώ αρχικά το λάθος να θεωρώ πως τα malt ουίσκι από συγκεκριμένα αποστακτήρια (single malt) θα έπρεπε να είναι εξ ορισμού καλύτερα από τα blended scotch. Τα μάτια μού άνοιξε ο Jim Murray και το βιβλίο του «Classic Blended Scotch». Κατ’ αρχάς, να πω πως θεωρώ τον Murray κορυφαίο δημοσιογράφο/γευσιγνώστη του ουίσκι, κάπως παραγνωρισμένο τα προηγούμενα χρόνια, καθώς εξελισσόταν στη σκιά του μακαρίτη Michael Jackson· για όσους δεν το έχουν, συνιστώ ανεπιφύλακτα το «Jim Murray’s Complete Book of Whisky» ως ένα από τα καλύτερα βιβλία για το ουίσκι εν γένει.

Στο «Classic Blended Scotch» –που κατά το συγγραφέα του ήταν το πρώτο βιβλίο αφιερωμένο στην κατηγορία των blended ουίσκι– ο Murray λέει πως στην αγορά κυκλοφορούν πολλά malt που είναι «βαρετά» και που ποντάρουν σε ευφάνταστα ονόματα και συσκευασίες για να πουλήσουν. «Ωστόσο, προσθέτοντάς τα μέσα σε ένα blended, τα ουίσκι αυτά αποκτούν μια εξαιρετική πολυδυναμικότητα, προσφέροντας το καθένα κάτι, συχνά σε συνδυασμό με άλλα εξίσου αδιάφορα malt, για να δημιουργήσουν όλα μαζί γεύσεις και αρώματα που συνεπαίρνουν».

Δεν είναι τυχαίο, λέει ο Murray, πως οι master blender της Σκωτίας όταν πίνουν κοινωνικά, στο σπίτι τους ή στις παμπ, επιλέγουν κατά κανόνα κάποιο blended ουίσκι.

Το θέμα δεν είναι αν τα blended είναι «καλύτερα» από τα malt. Δεν νομίζω πως μια τέτοια γενίκευση έχει νόημα. Υπάρχουν εξαιρετικά ή αισχρά ουίσκι και στις δύο κατηγορίες. Για εμένα, εκείνο που μετρά στην επιλογή ενός ουίσκι είναι να είναι κατάλληλο για τη συγκεκριμένη στιγμή που θα το καταναλώσω. Κι επειδή κατά κανόνα δεν πίνω ουίσκι τρώγοντας, η συγκεκριμένη στιγμή καθορίζεται αποκλειστικά από το mood μου, δηλαδή από το πώς αισθάνομαι. Η διαδικασία μού θυμίζει λίγο τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει κανείς μια ταινία στο βίντεο κλαμπ: να δω τον Rambo (Lagavulin) στο «First Blood» να ξεπαστρεύει τα βλαχαδερά, τον Liam Neeson (Talisker) να τσακίζει Αλβανούς και Άραβες κακούς στο «Taken» ή να πάρω μια ταινία για τη γυναίκα μου, π.χ. «My Best Friend’s Wedding» (Burke’s) με την Julia Roberts (γλυκιά Macallan) να σπάει τα νεύρα του Dermott Mulroney;

Εάν έπρεπε να κάνω μια κριτική στα malt ως κατηγορία, θα έλεγα πως ενίοτε τείνουν προς το μονοδιάστατο, ακόμη κι όταν είναι συγκλονιστικά. Ας μη συγχέουμε το έντονο με το πολύπλοκο... Από την άλλη, η κριτική που θα έκανα στα blended είναι πως πρέπει να πας τουλάχιστον στην κατηγορία των 12 ετών και πάνω για να αρχίσει να διαφαίνεται αυτή η πολυπλοκότητα και η φινέτσα που τα καθιστά άξια λόγου.

Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει μια βασική φιλοσοφική διαφορά μεταξύ των malt και των blended ουίσκι: τα πρώτα δεν περιέχουν grain ουίσκι, το οποίο στα δεύτερα μπορεί και να ξεπερνά το 70% του χαρμανιού. (Μιλώντας για χαρμάνια: και τα malt, με εξαίρεση τα single cask, είναι χαρμάνια διαφόρων ουίσκι από το ίδιο φυσικά αποστακτήριο, εφόσον μιλάμε για single malt – γιατί υπάρχουν και τα άλλα π.χ. το Johnny Walker Green Label, το οποίο ειρήσθω εν παρόδω, η Diageo αποφάσισε να σταματήσει να παράγει). Στα blended ουίσκι, ο παράγοντας grain είναι καθοριστικής σημασίας, αφού όπως λένε οι master blender, είναι ο «καμβάς» επάνω στον οποίο χτίζουν το χαρμάνι τους. Τα άγνωστα στην Ελλάδα grain ουίσκι (στη Σκωτία έχουν το δικό τους κοινό και τα βρίσκει κανείς εμφιαλωμένα) είναι αποστάγματα από σιτάρι (κυρίως), εξαιρετικά καθαρά, αλλά όχι ουδέτερα στη γεύση.

Θα μπορούσε κανείς να πει πως είναι η πεμπτουσία της απόσταξης... Βέβαια, για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, δεν είναι δα και τίποτε το σπάνιο, όλες οι εταιρείες που παράγουν ουίσκι στη Σκωτία αγοράζουν το grain τους –εφόσον δεν το αποστάζουν οι ίδιοι– από κάποιο από τα οκτώ, αν δεν κάνω λάθος, βιομηχανικά αποστακτήρια που υπάρχουν στη χώρα αυτή.

Στη συνέχεια, κάθε αποστακτήριο αποφασίζει πόσο παλιά και σπάνια θα είναι τα malt ουίσκι που θα προσθέσει στο grain (το οποίο επίσης πρέπει να έχει την αντίστοιχη παλαίωση) για να φτιάξει το blended ουίσκι του.

Σε γενικές γραμμές, ένα σοβαρό deluxe blended ουίσκι, όπως για παράδειγμα το Johnny Walker Black Label, που θεωρώ κορυφαίο στην κατηγορία του, μπορεί να περιέχει πάνω από 40 διαφορετικά αποστάγματα υψηλής ποιότητας, δημιουργώντας ένα σύνολο που ξεπερνά κατά πολύ τις αρετές των επί μέρους αποσταγμάτων που το συναπαρτίζουν – και αυτή είναι η ιδέα πίσω από τα blended scotch ουίσκι.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ