MIA ΔIAΔPOMH AΠOΛAYΣHΣ

Αρθρογράφος: Nτίνος Στεργίδης

«Πριν πολύ καιρό, ο τότε πρόξενος της Εσθονίας στη Νέα Υόρκη μού περιέγραφε τα στοιχεία που συνθέτουν την τέλεια βότκα, λέγοντας μου ότι πρέπει να είναι άχρωμη, άγευστη και άοσμη. Αυτό εξηγεί γιατί η βότκα γίνεται ολοένα και πιο δημοφιλής σε εκείνους που συνδέουν το ποτό με τις οικείες γεύσεις τής παιδικής τους ηλικίας, γεύσεις όπως ο τοματοχυμός,η πορτοκαλάδα και η κοτόσουπα. Είναι το ιδανικό αλκοολούχο ποτό για όσους δεν θέλουν να θυμούνται πόσο πολύ θα θύμωνε η μαμά τους αν ήξερε ότι πίνουν».
Α.J. Liebling, Μεταξύ γευμάτων: Γεύση από Παρίσι, 1962

Ο Abbott Joseph Liebling ήταν ένας κοιλιόδουλος χοντρομπαλάς, ιεροκήρυκας της ευζωίας. Εργαζόταν, μέχρι το 1963 που πέθανε, για το περίφημο περιοδικό New Yorker, τις σελίδες του οποίου πλούτιζαν τα εξαιρετικής γραφής κείμενά του. Έζησε για ένα διάστημα στο Παρίσι της δεκαετίας του ’20, ένα Παρίσι αφιερωμένο στην υπερβολή και τη διασκέδαση, απ’ όπου έστειλε στο New Yorker μερικά από τα πιο ωραία κείμενα που έχουν δημοσιευθεί ποτέ για το ποτό, τη γαστρονομία και την καλοπέραση. Με άλλα λόγια, το αντικείμενο του πίνειν και του τρώγειν ήταν κάτι που ο Liebling κατείχε καλά (και που τελικά τον ξέκανε) και έτσι, όταν πριν από μερικά χρόνια συνάντησα στο βιβλίο του το παραπάνω απόσπασμα για τη βότκα –ένα ποτό που ποτέ μου δεν συμπάθησα– αμέσως το σημείωσα για περαιτέρω χρήση. Οι Εγγλέζοι έχουν μια ωραία έκφραση όταν θέλουν να περιγράψουν κάτι που εκ πρώτης όψεως δεν είναι ευχάριστο, αλλά όταν το συνηθίσεις, το υιοθετείς: είναι, λένε, ένα «acquired taste», μια «επίκτητη γεύση», μια γεύση (με την ευρεία έννοια του όρου, που περιλαμβάνει και την έννοια του γούστου) την οποία ανακαλύπτεις, καλλιεργείς και μαθαίνεις να εκτιμάς. Μια γεύση ή ακόμα και ένα χόμπι ή μια αθλητική δραστηριότητα (το γκολφ μού έρχεται εδώ στο νου), που είναι δύσκολο να μάθεις, αλλά αφού το μάθεις, δύσκολα το αφήνεις. Το ουίσκι (και πρωτίστως ο βασιλιάς του ουίσκι, το σκωτσέζικο ουίσκι) είναι, λοιπόν, ένα acquired taste (σε αντίθεση με τη βότκα!). Απόδειξη: ελάχιστοι «πιτσιρικάδες» το προτιμούν και γενικότερα, θα έλεγα, ελάχιστοι άνθρωποι που δεν είναι «πότες» το αγαπούν. Πολλές γυναίκες θα προτιμούσαν να χορέψουν τσάμικο παρά να το βάλουν στο στόμα τους, ενώ οι περιστασιακοί πότες το αποφεύγουν –όπως ο χορτοφάγος αποφεύγει το steak tartare– προτιμώντας να πιουν κάτι «ανώδυνο», του στυλ Campari Soda ή ένα Tom Collins –όσων φτάνει μέχρι εκεί ο νους και η γνώση. Βέβαια, εμείς που πίνουμε ουίσκι προφανώς πίνουμε πολύ, αλλιώς δεν εξηγούνται τα νούμερα!
Είχα την τύχη να έχω πατέρα «πότη», που με εισήγαγε στον θαυμαστό κόσμο του ουίσκι όταν ήμουν έφηβος.
Γράφοντας σήμερα τις λέξεις αυτές, αισθάνομαι βαριά να πέφτει επάνω μου η σκιά του πολιτικώς ορθού, αλλά ανήκω σε εκείνους που πιστεύουν πως η δαιμονοποίηση και η απαγόρευση του αλκοόλ μπορεί να οδηγήσουν στον αλκοολισμό πιο σίγουρα απ’ ό,τι η από νωρίς εξοικείωση και εκπαίδευση με το «demon drink», όπως αποκαλεί το αλκοόλ η γνωστή δημοσιογράφος οίνου Jancis Robinson.
O πατέρας μου είχε μια μικρή αδυναμία στο Haig («Don’t be vague, ask for Haig», έλεγε, επαναλαμβάνοντας ένα παλιό διαφημιστικό σλόγκαν, το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, η εφημερίδα Guardian κατέταξε ως το τρίτο πιο επιτυχημένο σλόγκαν όλων των εποχών μετά το «Beanz Meanz Heinz» και το «We try harder» της Avis), μια αδυναμία που υιοθέτησα κι εγώ για ένα διάστημα, προτού ανακαλύψω τα malt ουίσκι και τα άλλα καλούδια των Σκωτσέζων. Όταν έγινα φοιτητής, και αργότερα που ζούσα στο εξωτερικό, του έφερνα ακριβές φιάλες malt, τις οποίες προς μεγάλη μου απογοήτευση σνόμπαρε εντελώς. Όταν, για να τον πείσω να τις δοκιμάσει και να τις υιοθετήσει, άρχιζα να του αραδιάζω τα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους απέναντι στα «ευτελή» blends που έπινε, πάντα έβρισκε κάτι αυτοσαρκαστικό να πει, με το βρετανικού τύπου χιούμορ που διέθετε, με αποτέλεσμα να είμαι εγώ εκείνος που αισθανόταν σνομπ.
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ