UPASTAIRS DOWNSTAIRS

Αρθρογράφος: Dave Broom

Στο φετινό Whisky Live Paris, τα μαρμάρινα σαλόνια του Hotel Salomon de Rothschild αντηχούσαν από τους ψίθυρους ικανοποίησης των λατρών του malt, ενώ η ζεστή φθινοπωρινή αύρα είχε άρωμα δρυός και δημητριακών. Ήταν, όπως πάντα, ένα λαμπρό γεγονός, αλλά κάτι άλλο διαδραματιζόταν στο υπόγειο. Στην τεράστια τσιμεντένια αίθουσα είχαν μαζευτεί παραγωγοί εκλεκτών ποτών, όπως κονιάκ, Armagnac, Calvados, ρούμι, αψέντι, βότκα, τζιν, τεκίλα, καθώς και μπάρμαν που έφτιαχναν κοκτέιλ. Άλλος κόσμος.

Κάθε φορά που κατέβαινα στο υπόγειο, όλο κι έπεφτα πάνω σε κάποιον whisky brand ambassador που έκρυβε με ενοχή το κοκτέιλ του πίσω από το κιλτ του. «Εεε… απλώς ήθελα να δω τι συμβαίνει εκεί κάτω» μου έλεγαν. Αυτό ακριβώς έπρεπε να κάνουν. Με εντυπωσιάζει που το ουίσκι έχει ανέβει ψηλά στην κλίμακα των αλκοολούχων ποτών από άποψη τιμής, σπανιότητας, κύρους και εικόνας. Παράλληλα όμως έχει δημιουργηθεί ένα χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό και τα άλλα αλκοολούχα ποτά που βρίσκονται πιο χαμηλά στην κλίμακα. Στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, νιώθεις ότι το πλήθος δεν κατευθύνεται προς τα μαρμάρινα σαλόνια. Αντιθέτως, κάνει στροφή προς το υπόγειο και ενθουσιάζεται μ’ αυτό που βρίσκει εκεί.

Το σκωτσέζικο ουίσκι έχει φτάσει σε ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο της εξέλιξής του. Οι παραγγελίες έχουν εκτιναχθεί στα ύψη και οι νέες αγορές συνεχίζουν ακάθεκτες την πορεία τους, με αποτέλεσμα μια εμπορική έξαρση που όμοιά της έχουμε να ζήσουμε από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η Ασία και η Λατινική Αμερική αποτελούν νέους πόλους έλξης. Σε αυτά τα μέρη, οι εικοσάρηδες λατρεύουν τις γεύσεις των blend και των malt. Το Scotch σε όλες του τις εκδοχές είναι trendy και cool. Οι μεγάλες εταιρείες έχουν κάνει σημαντική στροφή προς τα νοτιοδυτικά και ανατολικά, προσβλέποντας σε μια νέα πηγή εσόδων. Η Ευρώπη και οι ΗΠΑ έχουν μείνει πίσω.

Ναι, το premium Scotch όντως ανθεί στην Αμερική, απόδειξη ότι το malt έχει ανοδική πορεία και η Glenlivet ξεπέρασε την J&B και κατέλαβε τη θέση της πέμπτης μεγαλύτερης φίρμας ουίσκι στις ΗΠΑ. Ωστόσο, το ουίσκι εξακολουθεί να εμφανίζει χαμηλότερες επιδόσεις από τη βότκα. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Γιατί; Μήπως ισχύει ακόμη η νοοτροπία του «Δεν μου αρέσει το ουίσκι» που επικρατούσε για πολλές δεκαετίες στις ώριμες αγορές; Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος. Εξάλλου, τα malt ανεβαίνουν, όπως και το ιρλανδέζικο ουίσκι, όπως και το bourbon. Στις μέρες μας, λίγοι είναι αυτοί που αρνούνται κατηγορηματικά να δοκιμάσουν ουίσκι. Το νέο –και νεανικό– κοινό είναι πιο πρόθυμο να το γευτεί, ακόμη και να το λατρέψει. Το πρόβλημα συνεπώς δεν είναι ότι οι καταναλωτές έχουν αρνητική εικόνα για το ουίσκι, αλλά ο τρόπος με τον οποίο προβάλλεται το ουίσκι (και κυρίως το Scotch).

Φέρνω στο νου μου το Παρίσι και το συμβολισμό που έκρυβε αυτό το χάσμα ανάμεσα στο ουίσκι και τ’ άλλα αλκοολούχα ποτά, όχι μόνο από άποψη χωροταξική άλλα και συναισθηματική, ιδιαίτερα στους τρόπους με τους οποίους οι εταιρείες ουίσκι παρουσίαζαν τα προϊόντα τους σε σχέση με αυτά που ήταν στο υπόγειο.

Και τώρα σκέφτομαι την απουσία του Scotch από το φεστιβάλ Tales of the Cocktail στη Νέα Ορλεάνη, τη μεγαλύτερη γιορτή των μπάρμαν, αλλά και από το Berlin Bar Show και το London’s Cocktail Week. Ουσιαστικά, το Scotch ποσώς ενδιαφέρεται για τους διαμορφωτές κοινής γνώμης, αν και οι ίδιοι θα ήθελαν πολύ να μάθουν περισσότερα γι’ αυτό το ποτό.

Κάνω χρόνια αυτή τη δουλειά, πράγμα που σημαίνει ότι το αυτί μου αντιδρά στο άκουσμα  της λέξης «ουίσκι». Φέτος το καλοκαίρι, ήταν πολύ δύσκολο να το αποφύγω: το ανέφεραν συχνά οι παρουσιαστές και οι μουσικοί στο φεστιβάλ του Glastonbury, υπήρχε στο blog για τα βραβεία Mercury [«Προτιμώ ένα Caol Ila παρά κόκκινο κρασί» διάβασα], το άκουσα στις τηλεοπτικής σειρές Mad Men και Boardwalk Empire, οι οποίες, αν και διαδραματίζονται στο παρελθόν, αντικατοπτρίζουν τη σύγχρονη ζωή. Η πρώτη μου στήλη στο περιοδικό, κάπου 90 τεύχη πιο πριν, ασχολούνταν με το γεγονός ότι το ουίσκι στις βρετανικές σαπουνόπερες συσχετιζόταν είτε με κακές συμπεριφορές είτε με κατάθλιψη. Αυτό έχει αλλάξει –τεράστια σημειολογική αλλαγή.

Όσοι πίνουν malt θεωρούν το ουίσκι προϊόν της υπαίθρου, αλλά παράλληλα είναι και της πόλης. Ωστόσο, δεν θεωρείται σοφιστικέ. Η χειρότερη εκδοχή του ουίσκι είναι να γίνει το «εύκολο» ποτό. Ευτελίζεται, γίνεται βαρετό. Κι αυτό δεν πουλάει μπουκάλια. Το νεύρο πουλάει. Η ρουτίνα είναι άνοστη. Η έντονη γεύση όμως σε συναρπάζει.

Το ουίσκι αγγίζει το κοινό στην Ασία και τη Νότια Αμερική ή κάποιους Λατινοαμερικανούς που ζουν στις ΗΠΑ. Γιατί όμως δεν αγγίζει εμάς τους υπόλοιπους; Όλα δείχνουν ότι οι καταναλωτές δέχονται πως το ουίσκι έχει ξανακερδίζει τη θέση του στην αγορά, αλλά στις παλιές αγορές, δεν φαίνεται να το έχει συνειδητοποιήσει από μόνο του. Αντιθέτως, παραμένει στην κορυφή της κλίμακας και ατενίζει προς την Ανατολή, αγνοώντας τις κραυγές από το υπόγειο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ