DRINK IN JAPAN

Ο Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης μας ταξιδεύει στους δρόμους του γιαπωνέζικου ουίσκι.

Οπως οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν σχέση με την Ιαπωνία, έχω κι εγώ ανάμεικτα συναισθήματα για το Lost In Translation· θέλω να πω, το κινηματογραφικό μέρος είναι καλό –ίσως και κάτι παραπάνω– όμως ούτε η κ. Κόπολα απέφυγε ορισμένα στερεότυπα σχετικά με τη νοοτροπία των Ιαπώνων.

Όπως και να ‘χει, υπάρχει στην ταινία μια σκηνή, στο περιθώριο της οποίας περνάει (μάλλον κάπως λαθραία) ένα πολύ σημαντικό στοιχείο, τόσο για τους Ιάπωνες, όσο και για τη σχέση τους με το ουίσκι. Πρόκειται για τη σκηνή που ο Μπομπ γυρίζει το διαφημιστικό και, πιο συγκεκριμένα, για αυτά που λέει ο σκηνοθέτης και που η μεταφράστρια αποδίδει κατά το δοκούν –μια από τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται ο τίτλος της ταινίας. Όπως και να ‘χει, αυτό που λέει ο σκηνοθέτης, που δεν αποδίδει η μεταφράστρια και που, τελικά, δεν μπορεί να συλλάβει ο Μπομπ στη συγκεκριμένη σκηνή, είναι «Δεν πρόκειται μόνο για το ουίσκι» («ουίσκι νο κότο ντάκε τζανάι ντα καρά»).

Πιστεύω ότι η πρόταση αυτή δείχνει τόσο πώς αντιλαμβάνονται οι Ιάπωνες τα πράγματα γενικώς, όσο και πώς αντιλαμβάνονται το ουίσκι ειδικώς. Βεβαίως, θα μπορούσε κανείς πολύ εύλογα να παρατηρήσει ότι κάθε διαφήμιση θέλει να δείξει ότι το προϊόν που διαφημίζεται είναι κάτι παραπάνω από αυτό που δείχνει, όμως η περίπτωση της σχέσης μεταξύ Ιαπώνων και ουίσκι είναι πράγματι περίπλοκη –ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ένα ουίσκι όπως το Hibiki, ένα από τα γνωστότερα (και καλύτερα) blended του κολοσσού της ιαπωνικής ποτοποιίας, Suntory. Όταν η σκηνοθέτης του Lost In Translation, λοιπόν, λέει «Δεν πρόκειται μόνο για το ουίσκι», αναφέρεται σε μια σχέση που ξεκινάει από το 1919 (ενδεχομένως και παλιότερα, όμως ας μην μπούμε τόσο βαθιά με την πρώτη), όταν ο Μασατάκα Τακετσούρου, ένας νεαρός χημικός από τη Χιροσίμα, πήγε στη Σκωτία με έναν και μοναδικό στόχο: να μάθει πώς φτιάχνεται το ουίσκι και να μεταφέρει τη γνώση αυτή στην πατρίδα του. Αν σκεφτεί κανείς ότι η εταιρεία που ίδρυσε, η Nikka και η εταιρεία στην οποία εργάστηκε όταν επέστρεψε, η Suntory, είναι σήμερα δύο από τις μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής ουίσκι στον κόσμο, και ότι τα ουίσκι τους έχουν πάρει την πρώτη θέση σε αρκετές τυφλές δοκιμασίες (ναι, υποσκελίζοντας τα σκωτσέζικα), μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ο στόχος του επιτεύχθηκε.

Πέρα όμως από το ότι σήμερα στην Ιαπωνία φτιάχνονται μερικά από τα καλύτερα ουίσκι στον κόσμο, το σημαντικό είναι ότι οι άνθρωποι τα καταναλώνουν με πάθος. Από το «χάιμπορου» το οποίο είναι ουίσκι με σόδα και πάγο σε ψηλό ποτήρι (και το οποίο εδώ πίνεται συχνά ως συνοδευτικό φαγητού), μέχρι τα πιο δύσκολα single malt των εκατοντάδων δολαρίων, είναι δύσκολο να κινηθεί κανείς οπουδήποτε στο Τόκιο και να μην πέσει επάνω σε κάποιο ουίσκι –σε διαφημίσεις μέσα στο τρένο, σε αφίσες στους δρόμους, στην τηλεόραση, σε ταμπέλες μπαρ, σε μενού εστιατορίων ή στα κονμπίνι, την ιαπωνική εκδοχή των convenient stores που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας κάθε κατοίκου των μεγάλων (και συχνά και των μικρότερων) πόλεων. Στόχος της στήλης, είναι να καταγράψει τη σχέση αυτή, μια σχέση που για πολλούς αψηφά κάθε λογική· είναι αναμενόμενη στη Σκωτία, την Ιρλανδία και τις ΗΠΑ, αλλά στην Ιαπωνία; Και όμως, όπως λέει και ο σκηνοθέτης, το ουίσκι εδώ είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό ποτό –είναι κομμάτι του σύγχρονου ιαπωνικού πολιτισμού. Με έναν καθαρά... ιαπωνικό τρόπο, οι Ιάπωνες πήραν το χαρακτηριστικότερο κομμάτι μιας κουλτούρας που βρίσκεται δεκαπέντε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, το τελειοποίησαν και το έκαναν τόσο πολύ κομμάτι της δικής τους ζωής που κανείς τους δε σκέφτεται καν ότι το ουίσκι δεν είναι ιαπωνική εφεύρεση.
Το δε αστείο είναι ότι μια γουλιά από το 10αρι Yamazaki, το δημοφιλέστερο ίσως ιαπωνικό single malt, αρκεί για να συμφωνήσεις.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ