ΠANOPMOY

Αρθρογράφος: Bαλίσια Bύζα

Από την Πανόρμου περνούσα επί πολλά χρόνια πηγαίνοντας στο μάθημα πιάνου. Την έχω δει, λοιπόν, από την καλή κι από την ανάποδη. Την είδα σε κίνηση. Την είδα να βάζει τα καλά της τα Χριστούγεννα. Την είδα να φιλοξενεί παζάρια. Μα, κυρίως, την είδα να μεγαλώνει, όπως μεγάλωνα κι εγώ. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που αν έβαζες δίπλα δίπλα μια παλιά, ίσως δεκαπενταετίας, φωτογραφία (κατά προτίμηση ασπρόμαυρη) και μια σημερινή, θα παρατηρούσες τη ραγδαία εξέλιξη της περιοχής και τη μεταμόρφωσή της σ’ ένα νέο στέκι για νεαρόκοσμο.

Λίγο η κατασκευή του μετρό, λίγο η decadence ατμόσφαιρα των προσφυγικών, που μυρίζουν κάτι από Βερολίνο ως προς την παλαιότητα και την εκμετάλλευσή τους, αλλά και η ευρύτερη οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η περιοχή, κυρίως τη δεκαετία του ’90 (βλ. συγκέντρωση εταιρειών, άνοιγμα μικρομεσαίων επιχειρήσεων κ.ο.κ.), έδωσαν το εναρκτήριο λάκτισμα στη νυχτερινή ζωή της Πανόρμου.

Αποφάσισα να γνωρίσω την Πανόρμου μια χαλαρή νύχτα καθημερινής – η Τετάρτη δεν ήταν καθόλου τυχαία επιλογή και θα σας εξηγήσω το λόγο παρακάτω. Φυσικά, δεν θα έλειπα ούτε απ’ το χαμό του Σαββάτου. Αλλά one step at a time…

Στην Πανόρμου έχει να φας, να πιεις και (γιατί όχι) να χορέψεις. «Έπρεπε να φορέσω τα allstarάκια μου» σκέφτηκα, καθώς σεργιάνιζα τα στενά πάνω στις 12ποντες μπότες μου. Όχι, δεν είναι το ύψος που με φοβίζει, απλώς το trend σε αυτήν τη μικρή πολιτεία που ξεφύτρωσε σαν μανιτάρι θέλει ρούχα casual και attitude υψηλών προδιαγραφών, μιας κι έχεις να συναναστραφείς με νέους ως επί το πλείστον. Προσπερνώ την οικογενειακή ταβέρνα Σουφάλα (Λουίζης Ριανκούρ 75-81, Τηλ. 210 6925354).

Τέσσερις-πέντε οικογένειες φαίνεται να απολαμβάνουν το μαγειρευτό φαγητό, ενώ τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους. Αισθάνομαι αυτόπτης μάρτυρας στα γυρίσματα της νέας διαφήμισης εκείνου του πολύ γνωστού ελληνικού λαδιού που ενώνει οικογένειες.

Μια κόρνα αυτοκινήτου με ξυπνά και με ταρακουνά. Έχω σχέδιο. Αλλάζω πορεία. Κατευθύνομαι πρώτα προς το κέντρο-απόκεντρο της Πανόρμου. Οι πληροφορίες μου με οδηγούν στο Wee Dram (Κονοπισοπούλου 23 & Λογοθετίδη 11). Πρόκειται για μια αυθεντική σκωτσέζικη παμπ. Ο Ρος, ένας ψηλός (σ.σ. ήταν μέλος της εθνικής ομάδας μπάσκετ) γνήσιος Σκωτσέζος, έχει διαμορφώσει ένα χώρο με ξύλινους πάγκους και κέλτικη αισθητική στην καρδιά μιας πυκνοκατοικημένης αθηναϊκής περιοχής, λίγο πιο πάνω απ’ την Πανόρμου. Στο Wee Dram ανακαλύπτω νέες σκωτσέζικες μπίρες, που είναι ούτως ή άλλως δυσεύρετες, αλλά και malt και blended ουίσκι.

Ο ίδιος ο Ρος ταξιδεύει συχνά πυκνά στα πάτρια εδάφη του, για να ανακαλύψει νέες «χημικές αντιδράσεις» στα αποστακτήρια του Βορρά. Το εγχείρημά του να μεταναστεύσει και ν’ ανοίξει επιχείρηση εν μέσω οικονομικής κρίσης μπορεί να φαντάζει ρίσκο, αλλά ο ίδιος μου απαντά με ισχυρό επιχείρημα: «Οι Έλληνες θα έχουν πάντα την ανάγκη για socialising». «Cheers, mate» του εύχομαι κι εγώ με τη σειρά μου και τσουγκρίζω το ποτήρι μου.

Είναι γνωστό ότι οι παμπ δεν λειτουργούν μόνο βράδυ, αλλά και το μεσημέρι. Το ίδιο συμβαίνει κι εδώ, καθότι προβάλλονται αγώνες κι όχι μόνο. Σημειωτέον, κάθε Σαββατοκύριακο (12.00-16.00) σερβίρεται παραδοσιακό σκωτσέζικο πρωινό, ενώ τις Παρασκευές και τα Σάββατα μην εκπλαγείτε αν δείτε τους σερβιτόρους να φορούν κιλτ. Στα event υπάρχουν και τα ομαδικά παιχνίδια, όπως το Pub Trivia. Στη σελίδα του facebook The Wee Dram Athens θα βρείτε τις σχετικές ενημερώσεις.

Τετάρτη βράδυ δεν θα μπορούσα να είμαι σε καλύτερο mood από αυτό ενός live. Ω ναι! Καλά διαβάσατε. Σ’ αυτήν τη μικροσκοπική γειτονιά της Αλ. Παυλή και Πανόρμου, κάθε Τετάρτη εμφανίζονται στο Santa Botella (Πανόρμου 115) οι Crazy People Music παίζοντας jazz και funk μουσικές. Παραγγέλνω ένα κοκτέιλ με καπνιστό ουίσκι (αντρίκια πράγματα, το ξέρω) και έρχομαι σε κατάσταση ευφορίας. Το τρομπόνι με ξεσηκώνει, το σαξόφωνο με εκστασιάζει, ενώ κάθομαι στην ξύλινη μπάρα και χαζεύω τη φωτεινή κάβα απέναντί μου. Δεν θέλω να φύγω, αλλά ξέρω πολύ καλά ότι θα επιστρέψω, και μάλιστα ημέρα Σάββατο, στη λαοθάλασσα των νέων, με τσαμπουκά και Αll Star αυτήν τη φορά.

Εκτός απ’ το πασίγνωστο Ποτοπωλείο, υπάρχει στον ακριβώς από πάνω όροφο το Marabou. Από το 2004, ο Χαράλαμπος Ντίντας έχει φτιάξει ένα αμιγώς ροκ στέκι με μικροαλλαγές που το ακολουθούν ανά σεζόν. Φέτος, μάλιστα, πρόκειται να ανοίξει και η ταράτσα μες στην καρδιά του χειμώνα. Επιτέλους! Τώρα θα έχω λόγο να φορέσω εκείνο το γούνινο, δερμάτινο jacket, έστω και με τη σόμπα αναμμένη πάνω απ’ το κεφάλι μου. Το Marabou έχει αλλάξει διάφορες μάσκες τα τελευταία τριάντα χρόνια. Ξεκίνησε ως ποτάδικο με έντεχνη, ροκ και κλασική μουσική. Εν συνεχεία, άλλαξε προσωπείο και μετατράπηκε σε μουσικό, βραδινό μεζεδοπωλείο. Ο Χαράλαμπος μου τονίζει ότι τα γλέντια που γίνονταν τότε με μουσικές από Ξυδάκη, Ρασούλη, Παπάζογλου ήταν κατά κάποιον τρόπο η εκδίκηση στη γυφτιά. Εξ ου και τα live.

Η ματιά του έχει (ξε)φύγει. Το διαισθάνομαι. Πρέπει να τον επαναφέρω με τη μηχανή του χρόνου. «Ε-βί-βα» του λέω συλλαβιστά. Κοιτάει τον κατάλογο και μου τον δίνει. Είναι εμφανές ότι σήμερα το Marabou είναι ένα bar με επικεντρωμένο το ενδιαφέρον του προσωπικού και του κοινού στο trend της δεκαετίας, τα κοκτέιλ. Η πλούσια κάβα του μαρτυρά ότι σιγά σιγά διαμορφώνονται συνειδήσεις. Κι ότι ο καταναλωτής πλέον αποζητά τη σωστή γεύση που θα χαρακτηρίσει το τελείωμα της μέρας του ή το ξεκίνημα της βραδιάς του. Όπως το πάρει κανείς.

Ξέρω ότι η νύχτα έχει να μου πει πολλά. Γι’ αυτό πίνω μια τελευταία γουλιά απ’ το Hot Bourbon Apple Cider (signature) με κανέλα και ζάχαρη και σπεύδω να χωθώ στο στενό της Αλ. Παυλή, για να ερωτευτώ στο μικροσκοπικό Alegria (Αλ. Παυλή 38). Για τους παλιούς, θυμίζω ότι ο χώρος αυτός υπήρξε κάποτε η καλοκαιρινή βερσιόν της ταβέρνας Επί της Πανόρμου. Ο Άγγελος Αντύπας μού δηλώνει με μια χαρμολύπη στο πρόσωπό του ότι το αφεντικό πρέπει να ακούει και να αφουγκράζεται τον κόσμο. Όπερ και εγένετο. Το Επί της Πανόρμου μετατράπηκε από τον Άγγελο Αντύπα και τη Σταυρούλα Μαρκοπούλου (σ.σ. συνιδιοκτήτρια) σ’ ένα διώροφο, γλυκό, λιτό κι απέριττο bar. Ό,τι πρέπει για εραστές, υπό τους ήχους mainstream μουσικών και την επίδραση μεθυστικών ποτών.

Για το τέλος αφήνω την περαντζάδα. Κόβω φάτσες, ξεχύνομαι ανάμεσα στους 25άρηδες, πιάνω με το δίχτυ τις νότες που δραπετεύουν από το κάθε μαγαζί της Αλ. Παυλή (παρεμπιπτόντως, μου θυμίζει τα μάλα σοκάκι ελληνικού νησιού) και παίρνω το δρόμο της επιστροφής, νιώθοντας χαρά και πληρότητα. «Μα πού είναι το αυτοκίνητό μου;» Το πάρκινγκ είναι ένα θέμα στην Πανόρμου. «Να θυμηθώ να πάρω μετρό και ταξί την επόμενη φορά. Μαγικός και βολικός συνδυασμός» ψιθύρισα φέρνοντας το χέρι μου στην τσέπη για τα κλειδιά του αυτοκινήτου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ